Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Πολιτικές ανακατατάξεις και νέο μνημόνιο μετά τη Συμφωνία της Συνόδου Κορυφής της 12ης Ιουλίου




 Στέφανος Τζουμάκας, Αθήνα 12 Αυγούστου  2015

Συνειδητά δεν συμμετείχα στο δημόσιο διάλογο την τελευταία περίοδο καθότι «ενέσκυψε» ορυμαγδός αποπροσανατολιστικών απόψεων σε σχέση με την ουσία ένθεν και ένθεν, μέσα σε ένα κατακλυσμό «οπαδισμού», πρωτοφανούς για τον προοδευτικό χώρο. Πλέον όμως, η «σκόνη έκατσε» και είναι αναγκαίο να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Είναι αναγκαίο να προσδιορίσουμε τις αλήθειες, τα ψέματα και τις αυταπάτες για την παρούσα πολιτική εξέλιξη.

Έχουμε κατ’ επανάληψη τονίσει ότι η κρίση στην Ευρωζώνη θα είναι διαρκής όσο συνεχίζονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της λιτότητας, της ύφεσης και της ανεργίας και μέσω της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Και αν μια φορά το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οδήγησε σε ήττα το κενσυανό, ήδη η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού είναι καταφανής στην Ευρωζώνη, σε σχέση με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις.

Η κρίση θα ταλανίζει χώρες και λαούς εφόσον οι ηγεσίες τους συνεχίζουν να επιμένουν στο συντηρητικό δρόμο των δημοσιονομικών προοπτικών που αποτελεί βέβαια, προνομιακό πεδίο των απανταχού νεοφιλελεύθερων, της σύγχρονης Δεξιάς πολιτικής.

Η Κυβέρνηση ασφαλώς και δεν ευθύνεται για την κατάσταση της διάλυσης της χώρας. Την ευθύνη έχουν όσοι ενέταξαν τη χώρα στο ΔΝΤ και τα μνημόνια, οι οποίοι τώρα αντί να κάνουν την αυτοκριτική τους και να σιωπούν, συμπράττουν εκ νέου με το Διευθυντήριο της Ευρωζώνης, στην ολοκλήρωση της πλήρους υποτίμησης της χώρας.

Τα κεντρικά θέματα για την Κυβέρνηση ήταν δύο: Η πολιτική στρατηγική για τη διαπραγμάτευση και η διαπραγματευτική της τακτική. Ήταν φυσικό επακόλουθο να αποτύχει. Διότι επέλεξε ως πολιτική στρατηγική την κρίση χρέους. Ενώ το κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας είναι η διάλυση της παραγωγικής της βάσης και η υποτίμηση που υπέστη στο σύνολο της η χώρα και ιδιαίτερα στην πραγματική Οικονομία. Αντί να απαιτήσει πόρους και ένα νέο σχέδιο «Μάρσαλ» για επανεκκίνηση της Οικονομίας, η Κυβέρνηση ενεπλάκη στη δημοσιονομική στρατηγική του Διευθυντηρίου της Ε.Ε. που έχει ως προτάγματα το έλλειμμα, το χρέος και το δανεισμό της χώρας, δηλαδή τη στρατηγική της λιτότητας. Όσον αφορά, δε στη διαπραγματευτική τακτική, η αποτυχία ήταν προφανής, εκκίνησε με παρωδίες και show, με κλεφτοπόλεμο απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις εκβιασμού, με απειλές χωρίς αντίκρισμα και το κυριότερο με όχι σαφή θέση ότι ο συμβιβασμός ήταν η επιδίωξη.

Η θέληση των προοδευτικών δυνάμεων να οδηγήσουν σε αλλαγές, γνωστό και ως βολονταρισμός, είναι άλλο πράγμα από τις τυχοδιωκτικές πολιτικές και είναι επίσης, γνωστό ότι για να αποφεύγουμε τον τυχοδιωκτισμό, βασιζόμαστε σε αρχές και λαμβάνουμε υπόψη τον συσχετισμό δυνάμεων καθώς και δεν αναγάγουμε στρατηγικούς στόχους σε τακτικούς και το αντίστροφο. Τρία καθοριστικά στοιχεία στην εξέλιξη του προοδευτικού κινήματος. Εκ των προτέρων και από το Φεβρουάριο, είχαμε επισημάνει και τις πρακτικές του τότε Υπουργού Οικονομικών και την ανάγκη να υπάρξει άμεσα συμφωνία.

Η Κυβέρνηση Α. Τσίπρα επέλεξε διαπραγματευτικές τακτικές καθόλη τη διάρκεια της 6μήνης παράτασης της διαπραγμάτευσης, μη λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη της ένα σύμπλεγμα δυνάμεων μέσα και έξω από την Ευρωζώνη, που έχουν κάθε συμφέρον να αποτύχει μια προοδευτική διακυβέρνηση στη χώρα. Δυνάμεις του μονόδρομου, δυνάμεις τρίτων χωρών και άλλων νομισμάτων και δυνάμεις εγχώριων, παρασιτικών οικονομικών και πολιτικών κύκλων.

Η αποτυχία στην 6μηνη διαπραγμάτευση της Κυβέρνησης ήταν φυσικό επακόλουθο της αδιέξοδης στρατηγικής της, που οδήγησε σε μια ετεροβαρή συμφωνία στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης στις 12 Ιουλίου.

Αυτό που προέχει να επισημάνουμε για την εν λόγω διαπραγμάτευση είναι η αποτυχία της διαπραγματευτικής ομάδας της Κυβέρνησης. Οι πρακτικές «αγοράς χρόνου» και απροσδιοριστίας, οι παλινωδίες και οι καθυστερήσεις με επικοινωνιακά show και «ταξιδιωτικές δηλώσεις» αποδοχής του 70% έναντι του 30% των μέχρι τώρα ασκούμενων μνημονιακών πολιτικών, ενίσχυσαν εντέλει περαιτέρω το Διευθυντήριο της Ευρωζώνης που επεδίωκε τη διατήρηση του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου», τη περαιτέρω καθήλωση όλων των παραγόντων των ευρωπαϊκών εξελίξεων στη δημοσιονομική στρατηγική, του ελλείμματος και του χρέους και την υποταγή της Κυβέρνησης σε βάθος 3ετίας, φέρνοντας εντέλει τη χώρα αλλά και τις προοδευτικές της δυνάμεις σε περαιτέρω αδυναμία.

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ήταν αποτέλεσμα της διακοπής των διαπραγματεύσεων εκ μέρους του Πρωθυπουργού Α. Τσίπρα, ως απάντηση στην εκβιαστική τακτική των εκπροσώπων των δανειστών γιατί το πραγματικό όνομα της Ευρωζώνης είναι οι «εκπρόσωποι των δανειστών». Αν είχε αίσια έκβαση η διαπραγμάτευση, είναι προφανές ότι δε θα προέβαινε στην προκήρυξη του. Το δημοψήφισμα ήταν το αποτέλεσμα και της αποτυχίας της Κυβέρνησης στις  διαπραγματεύσεις και του ανάλογου αδιεξόδου καθώς και του εκβιασμού της Κυβέρνησης και της χώρας από το Διευθυντήριο.

Υποστηρίξαμε ως Σοσιαλιστικό Κόμμα, το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα για λόγους αρχής καθότι η Ελλάδα αλλά και κάθε ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να συμμετέχει σε μια ένωση, στα πλαίσια της οποίας υπόκειται σε εκβιασμούς και τελεσίγραφα. Η διενέργεια δημοψηφίσματος αποτελεί προφανώς, αναφαίρετο δικαίωμα κάθε Κυβέρνησης και δημοκρατικό δρόμο για τους πολίτες.

 Ασφαλώς όμως, υπάρχουν και οι δυνάμεις των «προθύμων» και ιδιαίτερα οι δυνάμεις εκείνες που αν και προκάλεσαν οικονομική και κοινωνική διάλυση στη χώρα, σε σύμπνοια με τις δυνάμεις της διαπλοκής και τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, αποτελούν ένα «μαύρο μέτωπο» με επιδιώξεις «παλινόρθωσης», που είναι δεδομένο ότι επιχείρησαν και μέσω του δημοψηφίσματος αλλά και ότι θα εξακολουθήσουν να υπονομεύουν κάθε προοδευτική εξέλιξη στη χώρα γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της.

Καταφανής ήταν και η κατάπτωση ευρωπαϊκών ηγεσιών που ενεπλάκησαν υπέρ του ΝΑΙ ή που προσπάθησαν να αλλοιώσουν το πολιτικό περιεχόμενο του δημοψηφίσματος που αφορούσε την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας, εντός του Ευρώ. Ορισμένοι αγωνιστές του αντιμνημονιακού μπλοκ επιχειρούν να κάνουν σημαία το ΟΧΙ, ερμηνεύοντας το ως πεδίο διαμόρφωσης ενός «οχήματος» με προμετωπίδα την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται ορισμένοι που θεωρούν ότι με την υποκατάσταση της Οικονομίας είτε από την κρίση χρέους, είτε από την αλλαγή του νομίσματος, θα διαμορφωθούν όροι εξόδου από την κρίση. Οι εν λόγω όροι όμως, αυτοί είναι ανάπηροι.  

Από το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης με επαχθείς όρους, προέκυψε ένα κρίσιμο θέμα που δεν αφορά μόνο σε θέματα ιδεολογίας και πολιτικού σχεδίου αλλά έχει σχέση με την ίδια τη φυσιογνωμία του κυβερνητικού επιτελείου σχετικά με την πραγματική κατάσταση και την Οικονομία της χώρας και αφορά σε ορισμένους από το στελεχικό δυναμικό της Κυβέρνησης που έδειχναν να μην έχουν αίσθηση και γνώση για βασικά θέματα διαχείρισης κρατικών υποθέσεων.

Εάν ο σκοπός ήταν πράγματι ο συμβιβασμός δεν θα είχαν χρησιμοποιηθεί αυτά τα μέσα. Αυτό είναι το πολιτικό μάθημα από αυτή τη διαπραγμάτευση που αφορά στο ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλα πολιτικά μέσα για άλλους πολιτικούς σκοπούς.

Συγκεκριμένα, η θέση της Κυβέρνησης ήταν εξαιρετικά δυσχερής και προσδιοριζόταν από τα «ούτε, ούτε», δηλαδή ούτε υποταγή, ούτε ρήξη. Προφανώς τα «ούτε» δεν δείχνουν δυνατή ηγετική πολιτική με σαφείς στόχους που να κατατείνουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα. Και η θετική έκβαση ορίζεται από την προοδευτική έξοδο από την κρίση της χώρας.

Η Κυβέρνηση δεν είχε στρατηγική νίκης, ουδέποτε μίλησε για νίκη ούτε προεκλογικά, ούτε μετεκλογικά. Η στρατηγική της ήταν ένας «συμβιβασμός» με τη διατύπωση ότι θα είναι αμοιβαία επωφελής, πράγμα αδιανόητο με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρωζώνη.

Ως εκ τούτου, διατυπώσεις, όπως αυτή του Πρωθυπουργού στο Κοινοβούλιο ότι «ηττηθήκαμε» που αποσκοπεί στο να δημιουργήσει και «συμπάσχοντες και συν-αποδέκτες», δεν βασίζεται στην αλήθεια. Αυτή η ακατάσχετη φιλολογία περί της ήττας είναι πολιτικά «αφασιακή» και ψευδής. Το ερώτημα είναι σαφές και άμεσο: ποιος είχε στρατηγική νίκης και πότε τι διατύπωσε; Ποιο ντοκουμέντο περί στρατηγικής νίκης, υπήρξε; Κανένα. Προς τι λοιπόν, οι οιμωγές, οι κλαυθμοί και οδυρμοί περί ήττας από την μια μεριά και πύρρειου νίκης από την άλλη; Ήταν ένας εκβιαστικός ετεροβαρής συμβιβασμός. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Όλη η δικαιολογητική βάση της πολιτικής της Κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση ήταν ο «έντιμος συμβιβασμός». Η διαπραγματευτική ομάδα ωστόσο, ήταν ανερμάτιστη και χωρίς αρχές, στο ζήτημα της διαπραγμάτευσης για συμβιβασμό, διότι μπορούσε να τον εξασφαλίσει από τον πρώτο μήνα της διαπραγμάτευσης και με ηπιότερες συνέπειες από τον ετεροβαρή συμβιβασμό που εντέλει υποχρεώθηκε να δεχτεί τόσο από την επικυριαρχία του νεοφιλελεύθερου Διευθυντηρίου της Ευρωζώνης αλλά και λόγω των δικών της πολιτικών ευθυνών που συνέβαλαν σε αυτό το έκτρωμα εκβιασμού που ονομάστηκε συμφωνία.

Τα άλλα όλα είναι εκ περισσού γιατί ήταν και είναι γνωστά. Και ακριβώς έναντι εκβιαστών, μια διαπραγματευτική ομάδα με προοδευτικές αρχές, δεν κάνει κλεφτοπόλεμο και δήθεν ρήξη αντί του συμβιβασμού, για τον οποίο και είχε εντολή από το εκλογικό σώμα.

Αυτή η αποτυχημένη διαπραγματευτική τακτική του στυλ «απειλώ για ρήξη ενώ επιδιώκω συμβιβασμό», θα μνημονεύεται στο μέλλον, ως εκ των πιο πολιτικά άστοχων και επιζήμιων στον προοδευτικό χώρο.

Ήταν αυτονόητο ότι θα μετατρεπόταν σε μπούμερανγκ για την Κυβέρνηση και για τη χώρα.

Δεν έγινε κανένα λάθος. Ανάλογα με τους στόχους, προσδιορίστηκε και το αποτέλεσμα. Άλλες ανάγκες είχε η χώρα, άλλους στόχους είχε η διαπραγματευτική ομάδα.

Άλλη ήταν η πραγματικότητα και άλλη όριζαν ορισμένα κυβερνητικά στελέχη ως πραγματικότητα, υιοθετώντας την περίφημη θέση: «Όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα»

Συγκεκριμένα, η χώρα είχε τρεις επείγουσες ανάγκες που αφορούσαν στην παροχή ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα, στην απρόσκοπτη χρηματοδότηση του δημοσίου τομέα, και στην αποκατάσταση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας καθώς και στην έξοδο στις αγορές. Αυτά ήταν τα κυρίαρχα. Παράλληλες ήταν οι επιδιώξεις της Κυβέρνησης -και όχι οι κυρίαρχες για τη χώρα- για τη διεθνοποίηση του «ελληνικού ζητήματος» και την ιδεολογική αντιπαράθεση με τον νεοφιλελευθερισμό στην Ευρωζώνη, υπό τον παρόντα δυσμενή συσχετισμό δυνάμεων στην Ε.Ε.

Η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης υπέθεσε άτοπα, ότι οι εταίροι και δανειστές, θα έδιναν τώρα μια περίοδο χάριτος προκειμένου το ελληνικό δημόσιο να απαλλαγεί από την αποπληρωμή των χρεών και ότι με τα εν λόγω κονδύλια θα μπορούσε να εφαρμόσει μια πολιτική δικαιότερης διανομής και αναδιανομής, μια πάγια επιλογή των προοδευτικών δυνάμεων, επιτυγχάνοντας έτσι την υλοποίηση μέρους από τις θέσεις του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Είναι προφανές ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης βασίστηκε τόσο στην άμεσα υποτιθέμενη περίοδο χάριτος αποπληρωμής του χρέους όσο και στη μη αύξηση της «πίτας», καθότι η χώρα είναι σε 6ετή ύφεση και σε συνεχή μείωση του εθνικού της πλούτου, προκειμένου να εκκινήσει αυτή η διαδικασία διανομής καθώς και ότι εντέλει θα επικρατούσε πολιτικά έναντι των δανειστών.

Είναι προφανής η ανάγκη για να τεθούν το σύνολο των στοιχείων στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης συζήτησης για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων στη χώρα, που οξύνθηκαν σημαντικά την τελευταία 6ετία. Προφανές όμως, ήταν και είναι ότι θα χρειαστεί χρόνος και πολιτικό-οικονομικές προσπάθειες για να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις υλοποίησης του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Η άγνοια βλάπτει κάθε προοδευτική προσπάθεια.

Στα πλαίσια αυτά, αποτελεί πρωτοφανή πολιτική απάτη και το λεγόμενο «πρόγραμμα Γιούνκερ» και όσων το διακίνησαν και το διακινούν, περί δήθεν πακέτου 35 δις ευρώ που από πολλούς θεωρήθηκε ως πρόσθετη αναπτυξιακή βοήθεια στη χώρα ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για κονδύλια που έχουν εγκριθεί για την περίοδο 2014-2020 και ανέρχονται πρώτον, στα 19.5 δις ευρώ μέσω των διαρθρωτικών ταμείων και δεύτερον, για συνολικές ενισχύσεις 15.5 δις ευρώ, που δικαιούται η χώρα στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. Ένα μικρό μέρος από το σύνολο αυτών των ενισχύσεων θα αποδοθεί στη χώρα για εμπροσθοβαρείς δράσεις για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Όμως, αυτό απέχει πολύ από το να παρουσιάζουν ορισμένοι, τις ενισχύσεις αυτές που δικαιούται η χώρα, ως δήθεν νέα, αυτοτελή κονδύλια για επενδύσεις.

Το νεοφιλελεύθερο Διευθυντήριο της Ε.Ε. πέτυχε να επιβάλλει μια επαχθή συμφωνία στη χώρα και την αντίστοιχη επιτήρηση μέσω της «τετραμερούς εκπροσώπησης» για την υλοποίηση της με όρους μνημονίου. Ταυτόχρονα επέβαλε μια νέα «οιονεί» πολιτική κηδεμονία και επέμβαση στην πολιτική ζωή της χώρας με υποστηρικτικό «προγεφύρωμα» τις μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις που άλλες επέβαλαν και εφάρμοσαν και άλλες υποστήριξαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενόψει των προσεχών εκλογών, ορισμένοι έχουν αποθρασυνθεί και θέτουν τη συνταγματική άσκηση των δικαιωμάτων και την εφαρμογή της εκλογικής νομοθεσίας υπό την αίρεση των θελήσεων του Βερολίνου και των Βρυξελλών. Μιλάμε πλέον, όχι μόνο για μια νέο-αποικιακή πολιτική χρέους αλλά και για νέα απόπειρα επιβολής νέο-αποικιακών πρακτικών πολιτικής διακυβέρνησης.

Ήδη έχουν διαμορφωθεί νέα πολιτικά δεδομένα όσον αφορά τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις και την αναδιάταξη των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Μετά την ομαδική καταψήφιση κατά τη διαδικασία κύρωσης της απόφασης της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης από δεκάδες βουλευτών του κυβερνητικού κόμματος, το ρήγμα στο Σύριζα καταλήγει και στη δημιουργία νέου κόμματος. Το νέο κόμμα ήδη αυτοπροσδιορίζεται στον αντιμνημονιακό χώρο και στη δημιουργία προϋποθέσεων εξόδου από το ευρώ και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί στην απώλεια της κυβερνητικής αυτοδυναμίας.

Την ηγεσία του Σύριζα την ευνοεί πολιτικά και εκλογικά, η άμεση προσφυγή στις κάλπες. Η μνημονιακή αντιπολίτευση, το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και το υπό ίδρυση αντιμνημονιακό κόμμα επιδιώκουν μετάθεση της διενέργειας εκλογών. Το δε μνημονιακό μπλοκ μέσα και έξω από τη χώρα διακινεί συστηματικά τη συγκρότηση ¨Κυβέρνησης εμπιστοσύνης» με επικεφαλής τον Α. Τσίπρα, για μια ορισμένη περίοδο. Η προκλητική δήλωση της Κ. Λαγκάρντ περί του ποιος θα είναι ο «ιδιοκτήτης» εφαρμογής των συμφωνηθέντων, δεν έχει προηγούμενο.

Μετά το δημοψήφισμα, η Κυβέρνηση δε βασίζεται πλέον μόνο στη ψήφο της 25ης Ιανουαρίου αλλά και στη διακομματική επιτροπή που πραγματοποιήθηκε την επομένη του δημοψηφίσματος ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, στα 5 σημεία που τέθηκαν εκεί και αποτελούν τη βάση μιας ετεροβαρούς διαπραγμάτευσης, στη ψήφο των μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων που κατεξοχήν τη θεωρούν «ψήφο πλυντήριο» και έχουν ως στρατηγική τη ρεβάνς.

Οι δυνάμεις που ενέταξαν τη χώρα στο ΔΝΤ και στα μνημόνια, αντί να κάνουν την αυτοκριτική τους, «σηκώνουν το χέρι» και υπερψηφίζουν στη Βουλή. Οι δυνάμεις που ισχυρίζονταν ότι αν δεν υπήρχαν τα μνημόνια, έπρεπε να τα εφεύρουμε, που οδήγησαν σε κοινωνικά και οικονομικά ερείπια, οι δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος της χώρας και οι πολίτες τους οδήγησαν με τη ψήφο τους στην πολιτική ήττα, επιδιώκουν να εμφανιστούν εκ νέου ως μέρος της λύσης για τη χώρα.

Είναι και αυτό μια από τις συνέπειες της αποτυχίας της διαπραγμάτευσης.

Περαιτέρω, τίθενται ερωτήματα για το αν το ισοζύγιο είναι αρνητικό ή θετικό σχετικά με τις ευρύτερες διεθνείς συνεργασίες και τη συμπόρευση της Κυβέρνησης με χώρες στην παρούσα πολιτική συγκυρία, όσον αφορά τη διεθνή πολιτική της όψη. Και το βασικό ερώτημα που τίθεται, είναι προφανές: θέλουμε ως χώρα, διεθνείς συνεργασίες στη βάση της συμπόρευσης ή χρήστη των διεθνών εξελίξεων;

Συγκεκριμένα, από την διαδικασία διαπραγμάτευσης, προκύπτει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν αμετακίνητες στο να εφαρμοστεί ένα σκληρό νεοφιλελεύθερο μοντέλο εργασιακών σχέσεων και αμοιβών στην Ελλάδα που ήδη επικρατεί πολλά χρόνια στις ΗΠΑ και που δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνική Ευρώπη, τη δημόσια υγεία και τη δημόσια ασφάλιση. Σε αυτό δεν έχουμε τίποτα κοινό. Οι ΗΠΑ στην προηγούμενη περίοδο της κρίσης προέτασσαν την ποσοτική χαλάρωση ενώ σε αυτή την περίοδο προτάσσουν την κρίση χρέους για εντελώς διαφορετικούς λόγους από ότι η ελληνική Κυβέρνηση και κυρίως ως πίεση προς την «γερμανική Ευρώπη». Ταυτόχρονα, προωθούν την περαιτέρω υποτίμηση της χώρας προκειμένου να γίνουν επενδύσεις με τριτοκοσμικούς όρους στην Ελλάδα και να κερδοσκοπήσουν ορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η Ιταλία και η Γαλλία αξιοποίησαν και θα συνεχίσουν να αξιοποιούν την αντιπαράθεση με την Γερμανία και τις σχέσεις αντιπαλότητας Αθηνών-Βερολίνου προκειμένου να προωθήσουν δικές τους πολιτικές στην Ευρωζώνη. Συγκεκριμένα, αυτή την περίοδο ανεπίσημα διεξάγονται συζητήσεις για την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωζώνης, όπου μετά την τραπεζική ένωση, θα ακολουθήσει ενιαίο πλαίσιο κοινής δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής και η θεσμοθέτηση Υπουργού Οικονομικών της Ευρωζώνης. Με αφορμή την ένταση, ορισμένες ηγεσίες στην Ευρωζώνη κάνουν πολιτική ευκαιριών χωρίς όραμα για ένα άλλο πολιτικό σχέδιο στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε.

Όσον αφορά τη Ρωσία, η υπόθεση του αγωγού φυσικού αερίου ήδη ετέθη ως θέμα περαιτέρω διαλόγου μεταξύ της ελληνικής και ρωσικής πλευράς. Η Ρωσία προωθεί πλαίσιο περαιτέρω συνεργασίας της με την Ουκρανία για τη διέλευση του φυσικού αερίου από τον ήδη υπάρχον αγωγό της όσο και συμφωνία με Α. Μέρκελ - Φ. Ολάντ για διενέργεια εκλογών το φθινόπωρο στις ρωσόφωνες περιοχές της Ουκρανίας.

Συμμετέχοντας στην Πρωτοβουλία για την Προοδευτική Έξοδο από την Κρίση που μετεξελίχθηκε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, είχαμε επιτυχώς προσδιορίσει τις δύο στρατηγικές για την έξοδο από την κρίση όπου η συντηρητική στρατηγική οριζόταν και εξακολουθεί να ορίζεται από την εμμονή στο δημοσιονομικό ζήτημα και στο ζήτημα της κρίσης χρέους , στρατηγική που οδηγεί σε αποτυχίες ήδη για έκτο χρόνο και την προοδευτική στρατηγική που η κατεύθυνση της έχει ως αναφορά την παραγωγική βάση και ανασυγκρότηση, την καινοτομία, τη δημιουργία, την πραγματική Οικονομία, τις θέσεις εργασίας. Είναι ο δρόμος για να ξαναποκτήσει η χώρα και η ελληνική κοινωνία και να δημιουργήσει όσα κατέστρεψαν πολιτικές ηγεσίες και συμφέροντα στη χώρα και στην Ευρωζώνη.

Η αποτυχία της διαπραγμάτευσης έφερε τη χώρα σε δυσμενέστερη θέση, δηλαδή οι τράπεζες χωρίς ρευστότητα, το δημόσιο χωρίς χρηματοδότηση. Η δε έξοδος στις αγορές μετατίθεται σε απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, ταυτόχρονα με μία ετεροβαρή συμφωνία και νέο μνημόνιο στην στρατηγική της λιτότητας. Αυτά είναι αποτελέσματα τόσο της καταστροφικής πολιτικής του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρωζώνη αλλά και αποτέλεσμα της κρίσης στρατηγικής της ηγεσίας της Κυβέρνησης και της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία ήδη έχει εξελιχθεί σε εσωκομματική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Η επιμονή σε αυτή τη στρατηγική θα διαιωνίζει την κρίση και την αποτυχία πρώτα από όλα για τη χώρα αλλά και για τις προοδευτικές δυνάμεις. Αποτελεί κατεπείγον ζήτημα η αλλαγή στρατηγικής της Κυβέρνησης και η απεμπλοκή της από το τέλμα.

Μέρος αυτής της συντηρητικής στρατηγικής αποτελεί και το σχίσμα στην κυβερνητική παράταξη από στελέχη της, που με μία ευκαιριακή και ανάπηρη στρατηγική περί επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Η άνιση διανομή του πλούτου και η ανισότητα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης δεν καθορίζεται από το νόμισμα αλλά από τις σχέσεις κυριαρχίας,  πολιτικών παραγωγής, διανομής και συγκέντρωσης πλούτου και πλεονασμάτων σε βάρος ελλειμματικών χωρών και  περιοχών που δεν έχουν τις ίδιες παραγωγικές και αναπτυξιακές δυνατότητες για τη δημιουργία πλούτου και δίκαιης διανομής του.

Το ρήγμα που προκλήθηκε στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία βασίστηκε στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Καμία πλευρά την προηγούμενη περίοδο δεν αμφισβητούσε τον συμβιβασμό αλλά μόνο την αξιολόγηση του. Για να πούμε ότι ανάγεται σε στρατηγική διαφορά το περιεχόμενο της διένεξης, θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα, είναι μνημονιακό κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ;

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην άσκηση, επιρροή και διαμόρφωση εξουσίας συμμετέχουν πολλά κέντρα δύναμης στη χώρα και για αυτό αποτελεί άλλο παράγοντα το Κράτος, άλλο η Κυβέρνηση, άλλο το Κοινοβούλιο, άλλο τα κόμματα, άλλο οι κοινωνικές οργανώσεις. Ανεξάρτητα από τους επιμέρους δεσμούς, η ελληνική κοινωνία θα καθορίσει την περαιτέρω εξέλιξη στη διαδικασία εφαρμογής του νέου μνημονίου και της στρατηγικής της λιτότητας που από τη μέχρι τώρα εμπειρία δεν θα είναι επιτυχής. Η ύφεση, η ανεργία και η μείωση των εισοδημάτων θα είναι τα χαρακτηριστικά της.

Η κύρια αντίθεση στην παρούσα κρίση είναι ανάμεσα στο νεοφιλελευθερισμό και τους λαούς και όχι σε μια όψη της νομισματικής πολιτικής, όπως η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα που οδηγεί στο να υποτιμηθεί εκ νέου η χώρα και που υπόβαθρο αυτής της πολιτικής, αποτελεί η θεωρία του αδύναμου κρίκου της Ευρωζώνης. Η διάσπαση της Ευρωζώνης με αποχώρηση της Ελλάδας, δεν είναι υπέρ της χώρας. Είναι μια μηχανιστική μεταφορά αγωνιστών της παραδοσιακής Αριστεράς από τη θεωρία του Λένιν περί του «αδύναμου κρίκου του ιμπεριαλισμού». Τα ερωτήματα που τίθενται, σε αυτό το επίπεδο είναι τεράστια: Είναι ιμπεριαλιστική δύναμη  που προωθεί τα μονοπώλια η Ε.Ε.;  Είμαστε σε περίοδο επαναστατική στην Ελλάδα και μπορούμε «εξ εφόδου» να δημιουργήσουμε ρήγμα στην Ε.Ε. μέσω του «αδύναμου κρίκου» της; Συνδέεται η ρήξη με την Ευρωζώνη με την προοδευτική έξοδο της χώρας από την κρίση;

Έχει σημασία μια στρατηγική αν είναι μια στρατηγική που πατάει στα πόδια της για το προοδευτικό κίνημα ή αν ορισμένες πλευρές της συνδέονται με την παράδοση αποτυχημένων επιλογών στο προοδευτικό κίνημα λόγω αδιεξόδων.

Είμαστε απέναντι σε μια πολιτική, σε μια ιδεολογία και σε ένα σύστημα. Το ζήτημα είναι ποιες είναι οι δυνάμεις που είναι ενσωματωμένες σε αυτό. Έχει σημασία ο ριζοσπαστισμός δυνάμεων που δεν θα είναι ενσωματώσιμος στο σύστημα.

Χρειάζεται συμπαράταξη και συνεργασία όλων των προοδευτικών δυνάμεων που θα συμβάλλουν στην ανόρθωση της χώρας. Δε χρειαζόμαστε μέτωπα γιατί στην πρώτη δοκιμασία από τη μέχρι τώρα εμπειρία έχει φανεί πως οδηγούνται σε αποτυχίες.

Περαιτέρω, σε αυτή τη λογική της μη αίσθησης της πραγματικότητας και των άμεσων αναγκών της χώρας διατυπώθηκε από αγωνιστές και φίλους ότι το πρόβλημα είναι η «απεμπλοκή από το μνημόνιο». Αυτή είναι μια προοδευτική θέση που συμφωνούμε αλλά και η μισή αλήθεια. Με βάση τις μέχρι τώρα συμφωνίες, τα μέτρα των δύο προηγούμενων μνημονίων παραμένουν σε ισχύ. Χαρακτηριστικά, το ΤΑΙΠΕΔ θα είναι το «κακό ταμείο» των προηγούμενων μνημονίων που επιδίωξη έχει την εκποίηση δημόσιου πλούτου, τις λεγόμενες αποκρατικοποιήσεις, όπως περιφερειακά αεροδρόμια, ελληνικό, ΔΕΣΦΑ, ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος κλπ με σκοπό τα κονδύλια να διατεθούν για την απομείωση του χρέους. Το νέο μνημόνιο προβλέπει τη σύσταση νέου Ταμείου, που θα ελέγχεται από την ελληνική Κυβέρνηση και θα εποπτεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κέρδη θα αξιοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών, για την ανάπτυξη και για την αποπληρωμή του χρέους.

Αρνητική εξέλιξη αποτελεί επίσης, η πρόβλεψη για τη σύσταση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που θα αποτελεί ένα ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση όργανο για τον διαρκή έλεγχο του προϋπολογισμού και που θα έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε οριζόντιες περικοπές. Η εν λόγω θεσμοθέτηση είναι αντίθετη με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της δυνατότητας πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας.

Ορισμένοι προκειμένου να παρακάμψουν το περιεχόμενο μιας στρατηγικής εισαγάγουν τη θεωρία της «νέας αρχής», δεν υπάρχει νέα αρχή χωρίς αλλαγή στρατηγικής και η ενότητα πρέπει να βασιστεί σε κοινούς στόχους. Και κοινούς στόχους δεν μπορούμε να έχουμε με τις δυνάμεις που οδήγησαν στην υποτίμηση της χώρας κατά 40% και με μεγάλη ευκολία υποστηρίζουν και τη νέα εσωτερική υποτίμηση.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι να απεμπλακεί η χώρα από το φαύλο κύκλο της ύφεσης, της λιτότητας, της ανεργίας και της φτωχοποίησης. Να οδηγηθεί σε έξοδο από την κρίση με προοδευτικούς όρους, με όρους βιώσιμους κοινωνικά και οικονομικά. Και για να συμβεί αυτό θα χρειαστούν μακροπρόθεσμοι συλλογικοί αγώνες.

Η αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας των πολιτών, η ανάκτηση των απολεσθέντων δημοκρατικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και εισοδηματικών απωλειών της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών, απαιτεί μακροπρόθεσμη συλλογική προσπάθεια.

Και πρώτη προτεραιότητα για αυτό είναι η Οικονομία και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Έξοδος από την κρίση σημαίνει την εκπόνηση καινοτόμων προγραμμάτων παραγωγής και ανάπτυξης τόσο σε κάθε κλάδο όσο και σε κάθε Περιφέρεια της χώρας. Σημαίνει επενδύσεις δημόσιες και ιδιωτικές, επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας, προϊόντα, εξαγωγές, υπηρεσίες, καινοτομία, τεχνολογικοί εξοπλισμοί. Και δε θα ανακάμψει η χώρα με το να μεταφέρει πόρους διαρκώς στις υποδομές και στους αυτοκινητόδρομους, λόγω του ότι δεν απορροφώνται τα επενδυτικά σχέδια καθότι οι επιχειρήσεις δε διαθέτουν κεφάλαια και οι Τράπεζες δε διαθέτουν ρευστότητα για να συμβάλλουν στη δανειοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Σε αυτά τα πλαίσια, πρέπει να αναφέρουμε ότι από τις πιο επιτυχημένες επιλογές της Κυβέρνησης είναι η υπό σύσταση αναπτυξιακή Τράπεζα για την υποστήριξη επενδυτικών δραστηριοτήτων στη χώρα.

Η αντιπαράθεση εντέλει, όλων των πλευρών – του Διευθυντηρίου της Ευρωζώνης, του Β. Σόιμπλε, της Κυβέρνησης, των «δυνάμεων της απεμπλοκής και του νομίσματος» - δεν εντάσσεται στο στρατόπεδο της Οικονομίας αλλά της συντηρητικής δημοσιονομικής στρατηγικής. Ερίζουν μόνο για τους κανόνες του δημοσιονομικού προβλήματος και όχι για τη δημιουργία πραγματικής Οικονομίας.

Και είναι προφανούς σημασίας η απόσταση που χωρίζει το να δημιουργείς Οικονομία σε μια χώρα από το να επιλέγεις ως κυρίαρχο θέμα αντιμετώπισης, τους δημοσιονομικούς κανόνες. Η συγκέντρωση της προσοχής στην πολύμηνη διαπραγμάτευση με την οποία προκλήθηκε περαιτέρω βλάβη στην πραγματική οικονομία και στην κοινωνία, λειτούργησε αποπροσανατολιστικά και έβγαλε από την μεγάλη εικόνα ότι η χώρα έχει χάσει την τελευταία 5ετία σωρευτικά στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα μαζί με την αξία των ακινήτων και τις απώλειες εισοδημάτων, πλέον των 800 δις ευρώ.

Και μια Κυβέρνηση με στρατηγική θα έπρεπε να αναδεικνύει αυτό, ως καθοριστικό θέμα και να αναζητήσει λύσεις για τη σταδιακή και σε βάθος τουλάχιστον 5ετίας, αποκατάσταση της ζημιάς μέσω προσέλκυσης κεφαλαίων ιδιωτικών και δημόσιων με κατεύθυνση τη δημιουργία προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας και θέσεων εργασίας.

Το κεντρικό θέμα της χώρας πριν ακόμη από την κρίση του 2009, ήταν η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Οι μνημονιακές Κυβερνήσεις σκοπίμως, το παρουσίασαν ως πρωτίστως, κρίση ελλειμμάτων, κρίση δημοσίων δαπανών και ενός δήθεν μεγάλου και σπάταλου κράτους και στη συνέχεια ως κρίση δημόσιου χρέους. Αυτό και αποτέλεσε το «βούτυρο στο ψωμί» της χρηματοπιστωτικής και χρηματιστηριακής ολιγαρχίας, οδηγώντας στα κοινωνικά και οικονομικά ερείπια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των μνημονίων.

 Το στρατηγικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι το δημόσιο χρέος αλλά η επείγουσα ανάγκη για την ανοικοδόμηση της παραγωγικής της βάσης.

Στην κρίση χρέους που αποτελεί μια επιμέρους όψη του προβλήματος της χώρας, στήνουν καριέρες μια σειρά από πανεπιστημιακούς και πολιτικούς κύκλους στο τρίγωνο Ουάσινγκτον-χώρα του δολαρίου- , Λονδίνου -χώρα της λίρας- και Αθηνών, πολιτική που διευκολύνει τα μέγιστα όλους τους συνενόχους που οδήγησαν τη χώρα να χάσει 800 δις σωρευτικά, να απολέσει το 25% του ΑΕΠ της, να κλείσουν 300000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να οδηγηθούν 4 εκατομμύρια πολίτες κάτω από τα όρια της φτώχειας, 1.5 εκατομμύριο στην ανεργία και το 20% του πλέον εξειδικευμένου, επιστημονικού προσωπικού της χώρας στη μετανάστευση.

 Η Κυβέρνηση επέλεξε ως στρατηγική της, την κρίση χρέους και ήδη υπέστη την αποτυχία και εξακολουθεί να υιοθετεί αυτή την αποτυχημένη πολιτική στρατηγική ενώ το πραγματικό πρόβλημα της χώρας είναι η πραγματική Οικονομία.

Το νέο μνημόνιο αποτελεί πρόγραμμα νέας δημοσιονομικής προσαρμογής στην στρατηγική της λιτότητας της Ευρωζώνης που η Κυβέρνηση το χαρακτήρισε ως ήπια προσαρμογή που αφήνει περιθώρια στη χώρα για ανάπτυξη. Τα αποτελέσματα δε θα είναι επιτυχή για την ελληνική Οικονομία, όπως δεν ήταν και τα προηγούμενα. Η στρατηγική της λιτότητας, της επιτήρησης και του μονόδρομου θα έχει την ίδια τύχη: ύφεση, ανεργία και φτωχοποίηση.

Πρόσφατα διατυπώθηκε και από τα δεξιά και από τα αριστερά ότι τα μνημόνια δεν είναι ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Στα μνημόνια κυριαρχούν τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που είναι η σύγχρονη σκληρή δεξιά. Είναι γνωστό –σε διεθνές επίπεδο- ότι προοδευτικά και αριστερά κόμματα έχουν εφαρμόσει συντηρητικές πολιτικές. Αυτό που είναι το καθοριστικό, είναι τι κυριαρχεί,  ποιο είναι το ισοζύγιο. Για ποια συμφέροντα και για ποιους σκοπούς.

Η χώρα χρειάζεται μια σταθερά προοδευτική πολιτική που θα προωθεί αλλαγές και θα απομονώνει τη συντήρηση και τις καταστροφικές δυνάμεις του μονόδρομου. Αλλά επίσης, είναι προφανές ότι χρειάζεται ανασύνταξη των προοδευτικών, των αντί-νεοφιλελεύθερων και αντί-μνημονιακών δυνάμεων με μια κριτική στα αρνητικά και μια υποστήριξη στα θετικά της κυβερνητικής πολιτικής.

Η χώρα πρέπει να αποκτήσει σαφή διακυβέρνηση που θα έχει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και θα διαμορφώσει μια κουλτούρα συνέπειας και έμπρακτης απόδειξης λόγων. Απαιτείται και επανακαθορισμός της δημόσιας συζήτησης στη χώρα. Ο δημόσιος λόγος με τα ούτε και ούτε, του τύπου «ούτε ρήξη ούτε υποταγή», χρειάζεται θετικό προσανατολισμό μετά την αποτυχία τουplan a” και την «αφασία» του “plan b.

Η Κυβέρνηση θα πρέπει να αλλάξει τη στρατηγική της και να στραφεί από τη δημοσιονομική καθήλωση στην αντιμετώπιση της διάλυσης της παραγωγικής βάσης της χώρας και στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Ένα επιμέρους μόνο θέμα αυτής της στρατηγικής, πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους με ρήτρα ανάπτυξης και εξαγωγών.

 Η εμμονή ότι το πρόβλημα της χώρας είναι η κρίση χρέους, θα διαιωνίζει την κρίση που οφείλεται στην πραγματικότητα στη διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Όλες οι πρωτοβουλίες της πρέπει να στραφούν στην πραγματική Οικονομία, στην παραγωγή, στις θέσεις εργασίας, στα εισοδήματα, στην παραγωγή πλούτου και στην καινοτομία. Ο εν λόγω οδικός χάρτης και δρόμος δεν είναι εύκολος για τακτικές του τύπου απεμπλοκής, ρήξης, διατυπώσεις του «εμείς ή αυτοί», συσπειρώσεις και αντί-συσπειρώσεις, πρακτικές που κατατείνουν στη μειοψηφία με νέα βερσιόν της κρίσης να αποτελεί το «φετίχ του νομίσματος» ή το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος, που είναι ΟΧΙ όλων των προοδευτικών δυνάμεων και όχι μόνο ορισμένων.

Η χώρα χρειάζεται κουλτούρα δημοκρατικής πλειοψηφίας και μεταβατικές συμφωνίες στη βάση του συσχετισμού δυνάμεων καθώς και ένα 5ετές μεταβατικό πρόγραμμα ανασύνταξης της χώρας, όπου η πρώτη φάση θα μπορούσε να είναι η αποπληρωμή της τελευταίας δόσης του δανείου στο ΔΝΤ.

Όπως χρειαζόμαστε μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων με συνεργασίες και συμμαχίες για να οδηγήσουμε σε ήττα το Βερολίνο, για να απελευθερώσουμε την Ευρωζώνη από σφαίρα επιρροής του Βερολίνου και να ανακτήσουμε την ισοτιμία τόσο της χώρας μας όσο και κάθε άλλης χώρας στην Ε.Ε., για να ξαναγυρίσουμε σε προοδευτικές πολιτικές όπου οι δημόσιες και κρατικές πολιτικές θα κυριαρχήσουν πάνω στις αγορές, το ίδιο χρειαζόμαστε μια βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάκαμψης της χώρας για να μπορέσει να ανατρέψει τις μνημονιακές πολιτικές στην πράξη  με στόχο και να απαλλάξουμε τη χώρα από τη νέα 3ετή επιτήρηση, οικονομική και πολιτική.

Μια προοδευτική Κυβέρνηση που θέλει αλλαγές, χρειάζεται προϋποθέσεις και όχι αποτυχίες προκειμένου να οργανώσει επιμέρους και διαδοχικές ρήξεις απέναντι στη συντήρηση και να οδηγήσει τη χώρα στην παραγωγή, στην ανάπτυξη και στην εργασία. Και οι διατυπώσεις περί οριστικών λύσεων δεν ανταποκρίνονται στις παρούσες συνθήκες. Θα χρειαστούν μεταβατικές πολιτικές και μεταβατικές περίοδοι.

Οι θιασώτες των μετωπικών συγκρούσεων και ρήξεων καθώς και των οριστικών λύσεων ιστορικά έχουν ηττηθεί και στη χώρα μας και διεθνώς.

Αυτές είναι ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για να μπορούμε να μιλάμε για προοδευτική πολιτική και για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Για να οδηγήσουμε σε πολιτική ήττα τον νεοφιλελευθερισμό στη χώρα και στην Ε.Ε.

Για να ανοίξουμε τον προοδευτικό δρόμο της δημιουργίας, της συνοχής και των δικαιωμάτων θα χρειαστούν πολλές προσπάθειες, χρόνος και ενότητα όλων των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων της χώρας πέρα από άγνοια και σκοπιμότητες.

Στο ηθικό και ιδεολογικό πεδίο οι συντηρητικές δυνάμεις επιδιώκουν να εμπεδωθεί η κουλτούρα του μιθριδατισμού στη βάση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης και όλοι το ίδιο είναι, της αναδίπλωσης και του αναχωρητισμού ενώ τώρα προκύπτει ακόμη περισσότερο η απαίτηση της κοινωνίας για ανασύνταξη όλων των προοδευτικών δυνάμεων της που επιδιώκουμε την προοδευτική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Οι δυνάμεις της δημιουργίας, της εργασίας και της παραγωγής θα αποτελέσουν την πρωτοπορία και όχι της ρητορικής και των διενέξεων της τηλε-δημοκρατίας.  

Πέρα από τα άμεσα προβλήματα της χώρας που συνδέονται με την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, ρευστότητα στις τράπεζες χρηματοδότηση δημοσίου και βιώσιμο χρέος, το κυρίαρχο είναι ότι η χώρα χρειάζεται πόρους και κεφάλαια για επενδύσεις και για αυτό η χώρα πρέπει να απαιτήσει αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη λόγω της άσκησης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των μνημονίων την τελευταία 5ετία.

Για μια Ελλάδα προοδευτική και δημοκρατική, για μια Ευρώπη της ειρήνης, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών.




Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου Σοσιαλιστικού Κόμματος ενόψει της νέας Συμφωνίας





22 Ιουνίου 2015


Καμία πλευρά δεν έχει την παρούσα περίοδο επιδίωξη για ρήξη. Ούτε το Διευθυντήριο της Ευρωζώνης που ασκεί πολιτική κυριαρχίας και επιβολής όρων, ούτε και η Κυβέρνηση που επιδιώκει έναν συμβιβασμό. Κάθε άλλη συζήτηση επ’ αυτού, εξυπηρετεί συμφέροντα ή αφορά επιτήδειους.

Οι μειοψηφικές πολιτικές πόλωσης και οι τακτικές εντυπώσεων κρίνονται από την ουσία και όχι από τις απειλές χωρίς αντίκρισμα και τις πρακτικές συσπείρωσης-αντισυσπείρωσης. Η χώρα χρειάζεται μια κουλτούρα προοδευτικής πολιτικής διακυβέρνησης στη βάση της πλειοψηφίας. Και  πλευρές αυτής της αντίληψης είναι η απομόνωση των κύκλων και των αντιλήψεων που προκαλούν την αβεβαιότητα και την αστάθεια, στοιχεία που πάντα αποτελούσαν το έδαφος εκμετάλλευσης τους από  συντηρητικές δυνάμεις.

 Η Κυβέρνηση θα πρέπει να μεταβάλλει τη στρατηγική της και να στραφεί από τη δημοσιονομική καθήλωση στην αντιμετώπιση της διάλυσης της παραγωγικής βάσης της χώρας και στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Ήδη με την παράταση των διαπραγματεύσεων έχει επέλθει περαιτέρω βλάβη στην πραγματική οικονομία και στην κοινωνία.


Η Ευρωζώνη είναι σε κρίση εξαιτίας των στρατηγικών του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας. Είναι σε ύφεση, σε ανεργία και σε φτώχεια. Η Ε.Ε. έχει επίσης, σοβαρά θέματα στρατηγικού χαρακτήρα με τους συμμάχους της και έναντι των ανταγωνιστών της. Λόγω της αποτυχίας του δημοσιονομικού προγράμματος και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των μνημονίων επιδιώκουν να επιβάλλουν στην Ελλάδα μια δήθεν διορθωτική πολιτική που όμως θα εκφράζει ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά την κυριαρχία της δημοσιονομικής στρατηγικής επί της Οικονομίας, γνώριμη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού που διέπει την πλειοψηφία των ηγεσιών της Ε.Ε.

Αυτή η τεχνητή διόγκωση και η παρουσίαση της δημοσιονομικής κατάστασης της Ελλάδας ως το δήθεν μείζον ζήτημα στην Ε.Ε. είναι μια καιροσκοπική επιλογή ηγεσιών πολύ κατώτερων των περιστάσεων που θέλουν να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα χρηματοπιστωτικά, τραπεζικά, επιχειρηματικά και με την πρωτοκαθεδρία του γερμανικού ηγεμονισμού.

Τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της Ε.Ε. θα έχουν διάρκεια. Από τη μία εμφανίζονται τόσο οι ίδιοι όσο και πιο προκλητικά και τα δίκτυα τους στο χρηματοπιστωτικό και χρηματιστηριακό σύστημα και στα αντίστοιχα ανυπόληπτα διεθνή ΜΜΕ, ότι δήθεν η Ελλάδα απειλείται με έξοδο από το ευρώ και από την άλλη, είναι χαρακτηριστικές οι διατυπώσεις τους για την ισχύ και το μέλλον του ευρώ και της Ευρωζώνης από την πρώτη κιόλας παράγραφο του σχεδίου  απόφασης για τη Σύνοδο Κορυφής την προσεχή Πέμπτη, 25 Ιούνιου, όπου αναφέρουν: «Το ευρώ είναι ένα επιτυχές και σταθερό νόμισμα», αναγνωρίζοντας την αύξηση της ανεργίας, την ύφεση και την ανάγκη για ένα «πολιτικό και οικονομικό σχέδιο που θα έχει μια μακροχρόνια, δίκαιη και δημοκρατικά νόμιμη βάση».

Και ενώ στην πράξη οξύνουν τις ανισότητες στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε. συνολικά, στη λογική της Ένωσης των δύο ταχυτήτων, μεταξύ των προτάσεων τους επιδιώκουν την οργάνωση δράσεων «για να εξισορροπήσουν το εισόδημα φτωχότερων κρατών με τα πλουσιότερα».

Ανησυχία διέπουν και τις ΗΠΑ για τη συνεχιζόμενη κρίση στην Ευρωζώνη. Οι συνεχείς παρεμβάσεις της ηγεσίας των ΗΠΑ αποβλέπουν στο να αναδείξουν: 1. τις διαφορετικές οικονομικές επιλογές από την έναρξη της κρίσης το 2008  που συνέβαλαν με σχετική επιτυχία στην αντιμετώπιση της κρίσης σε αντίθεση με την αποτυχημένη πολιτική του σκληρού Ευρώ και του φαύλου οικονομικού κύκλου που επί μία επταετία αναπαράγεται στην Ευρωζώνη. 2. τον περιορισμό της γερμανικής κυριαρχίας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και 3. τη διασφάλιση των ενεργειακών τους συμφερόντων μέσω και ευρωπαϊκών δικτύων.

Από άποψη ουσίας, σοβαρά ζητήματα στρατηγικής για τη Δύση, για τις εν λόγω δυνάμεις αποτελούν:

Πρώτον, η Διατλαντική Ένωση ελεύθερου εμπορίου ΤΤΙΡ, που αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα των αγορών, των πολυεθνικών κολοσσών και των δικτύων τους τόσο στο δυτικό όσο και στο υπόλοιπο κόσμο. Η Διατλαντική αυτή Ένωση ως ένωση των ΗΠΑ, του Καναδά και της Ε.Ε., επιχειρείται από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού να εξελιχθεί σε μια περαιτέρω πολιτική, πολιτιστική, οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη στα πλαίσια και του ΝΑΤΟ.

Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. έχουν ήδη επιβάλλει τη γραμμή της απομόνωσης της Ρωσίας λόγω της εμπλοκής της στο Κίεβο της Ουκρανίας από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Είναι προφανής η επιδίωξη και η διαμόρφωση όρων για ένα νέο διπολισμό απέναντι στη Ρωσία, την Κίνα και τις χώρες των Brics. Οι δυνάμεις της ειρήνης και οι δυνάμεις της συνεργασίας είναι απαραίτητο όσο ποτέ να παρέμβουν αποτρεπτικά και να δημιουργήσουν όρους ασφάλειας, αμοιβαιότητας και συνεργασίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Δεύτερον, προωθείται μια νέα κούρσα εξοπλισμών του στρατιωτικό-βιομηχανικού συμπλέγματος προς εξυπηρέτηση ενός διττού στόχου: Αφενός, της οικονομικής εξάντλησης της Ρωσίας, λόγω της ανάγκης εφαρμογής εξοπλιστικών προγραμμάτων και από μέρους της και αφετέρου, της αναθέρμανσης των βιομηχανικών πολεμικών εξοπλισμών για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης σε μια σειρά από χώρες της Δύσης που παράγουν πολεμικό υλικό, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και η πρόσφατη εντατικοποίηση των εξοπλισμών από μέρους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Και είναι κρίσιμο θέμα για την Ευρώπη ότι δεν υπάρχει συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενόψει αυτών των αρνητικών εξελίξεων για την ασφάλεια και την ειρήνη.

Τρίτον, προωθείται μια νέα αρχιτεκτονική στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη των δύο ταχυτήτων με την οποία αποσκοπούν στο να επιβάλλουν την εμβάθυνση της Ένωσης ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη με όρους νεοφιλελευθερισμού και κυριαρχίας ορισμένων δυνάμεων και για το σκοπό αυτό σχεδιάζουν τη δημιουργία και νέων θεσμών.

Στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη επιδιώκουν να εντάσσονται χώρες που θα ανήκουν στην σκληρή «πρώτη ταχύτητα» και οι υπόλοιπες χώρες στη δεύτερη, γεγονός βέβαια που αποτελεί ήδη μια πραγματικότητα για την ίδια, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζουν όπου οι αρχές της Ε.Ε. για ισοτιμία και αλληλεγγύη έχουν κατεδαφιστεί και υποβαθμιστεί με την προετοιμασία δημιουργίας «ενός ταμείου (treasury) της Ευρωζώνης» ως «ταμείο απόρων χωρών», που θα οδηγούνται σε αποεπένδυση και σε διάλυση σημαντικές παραγωγικές, οικονομικές δραστηριότητες.

Ως εκ τούτου, πολύ «μελάνι» και αφόρητη προπαγάνδα ότι δήθεν το στρατηγικό διακύβευμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης αποτελεί το δημοσιονομικό ζήτημα της Ελλάδας, που αποτελεί ένα επιμέρους ζήτημα στην κρίση της Ευρωζώνης και στη ευρύτερη στρατηγική της Δύσης. Μια χώρα που η Οικονομία της αντιπροσωπεύει μόλις το 2% του Ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

 Και το πολιτικό θέατρο έχει όρια. Πολιτικές ηγεσίες με το δημόσιο λόγο τους απαξιώνουν κάθε έννοια της Πολιτικής, καταφεύγοντας σε λογικές τόσο δημόσιων εκβιασμών όσο και ανεπίσημων σε συνεργασία με διαπλεκόμενα ΜΜΕ και συστήματα διαπλοκής στο τραπεζικό σύστημα  για την λαφυραγώγηση καταθέσεων με τη μέθοδο αποσταθεροποιητικών πρακτικών και δημιουργίας αβεβαιότητας όσον αφορά τις εξελίξεις μιας διαπραγμάτευσης. Οι πρακτικές αυτές παραπέμπουν σε κοινωνίες ζούγκλας και κατάπτωσης πολιτικών ηγεσιών με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πρόσφατο μαγνητοσκοπημένο μήνυμα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντ. Τουσκ που υπήρξε και Πρωθυπουργός χώρας.

Η κρίση θα ταλανίζει χώρες και λαούς εφόσον οι ηγεσίες τους συνεχίζουν να επιμένουν στο συντηρητικό δρόμο των δημοσιονομικών προοπτικών, του ελλείμματος και του χρέους. Αποτελεί βέβαια, προνομιακό πεδίο των απανταχού νεοφιλελεύθερων. Για τις χώρες όμως και τους λαούς, έξοδος από την κρίση σημαίνει επενδύσεις δημόσιες και ιδιωτικές, επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας, προϊόντα, εξαγωγές, υπηρεσίες, καινοτομία, τεχνολογικοί εξοπλισμοί. Είναι δύο κόσμοι αντίθετοι.

Στα πλαίσια αυτά, το Διευθυντήριο της Ευρωζώνης συνεχίζει να ασκεί πολιτική ισχύος και επιβολής της δημοσιονομικής στρατηγικής απέναντι στην Οικονομία και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό έχει αποδειχθεί ότι συνιστά μια εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν υπάρχει Ευρωζώνη που να διέπεται από αρχές και Συνθήκες. Δεν πρόκειται πλέον για Ένωση αλλά για Κυβερνήσεις που κυριαρχούν και ασκούν πολιτικές που απέχουν από τις αρχές της Ε.Ε., που μετέρχονται όλα τα μέσα επιστρατεύοντας και το οπλοστάσιο της φαιάς προπαγάνδας και του εκφοβισμού ως εάν να απευθύνονταν σε υπηκόους και όχι σε πολίτες. Προβαίνουν δε ακόμη και στη δημιουργία πολιτικών κρίσεων, αποσταθεροποίησης Κυβερνήσεων, οικονομιών και εμπιστοσύνης καταθετών και επενδυτών.

Υπό αυτό το καθεστώς οι Κυβερνήσεις του μονόδρομου και των μνημονίων της τελευταίας 5ετίας στην Ελλάδα οδήγησαν σε διάλυση τη χώρα και ορισμένες δυνάμεις εξ αυτών με πρωτοφανή θρασύτητα εμφανίζονται ως κήνσορες προσπαθώντας να αποσιωπήσουν τις ευθύνες τους, παριστάνοντας ότι ζούμε σε χώρα «λωτοφάγων». Οι δυνάμεις που οδήγησαν τη χώρα στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα είναι σε ανοιχτή σύμπραξη και επικοινωνία με τους ομοϊδεάτες τους στην Ε.Ε. Είναι εμφανή τα δίκτυα και οι δυνάμεις που συνδέονται με ορισμένες όψεις της Οικονομίας, χρηματοπιστωτικός τομέας, τράπεζες αλλά και επιχειρηματικοί όμιλοι που επιδιώκουν τη διατήρηση της υποτίμησης των δυνάμεων της εργασίας.

Η Κυβέρνηση του Α. Τσίπρα επιδιώκει μέσα από τη μέχρι τώρα διαπραγμάτευση μια συμφωνία όπου η χώρα θα εξασφαλίσει ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα και χρηματοδότηση των αναγκών του Δημοσίου, ιδιαίτερα όσον αφορά την εκπλήρωση δανειακών υποχρεώσεων. Η επιμονή της Κυβέρνησης θα έπρεπε να αφορά στα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που απώλεσε η χώρα και οι πολίτες από την νεοφιλελεύθερη επιδρομή της 5ετίας και ένα σχέδιο αποζημίωσης επ’ αυτών.  

Από τις εξελίξεις είναι προφανές ότι δεν υπάρχει πλαίσιο αρχών Ευρωζώνης αλλά απαιτήσεις Κυβερνήσεων, οι οποίες επιδιώκουν να επικρατήσουν πάνω σε μια αποτυχημένη πολιτική στη λογική του μονόδρομου και της κυριαρχίας.

Η στρατηγική διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης εδώ και ένα 5μηνο εντάσσεται  στη συντηρητική στρατηγική της δημοσιονομικής σταθερότητας των αντίπαλων Κυβερνήσεων στην Ευρωζώνη. Μια προοδευτική στρατηγική πρώτα από όλα προτάσσει την πραγματική Οικονομία, τις επενδύσεις, την ανάπτυξη, την παραγωγική βάση. Αυτή τη στρατηγική που αντιμετωπίζουν με εχθρότητα Κυβερνήσεις της Ευρωζώνης. Με την στρατηγική της λιτότητας δεν υπάρχει λύση. Η κρίση θα συνεχίζεται. Η λύση θα προέλθει μόνο με την ήττα αυτή της πολιτικής. Με την ήττα της λιτότητας, με την ήττα του νεοφιλελευθερισμού. Μέχρι την επιτυχή έκβαση αυτής της προσπάθειας, θα υπάρξουν μεταβατικές συμφωνίες. Και πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους.

Από άποψη ουσίας και τακτικής δεν μπορεί να διογκώνεται ένα θέμα που αφορά τη συντηρητική πολιτική. Αποπροσανατολίζει τις προοδευτικές δυνάμεις. Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως «μητέρα όλων των μαχών», το δημοσιονομικό ζήτημα.

Οι μειοψηφικές πολιτικές πόλωσης και οι τακτικές εντυπώσεων κρίνονται από την ουσία και όχι από τις απειλές χωρίς αντίκρισμα και τις πρακτικές συσπείρωσης-αντισυσπείρωσης. Η χώρα χρειάζεται μια κουλτούρα προοδευτικής πολιτικής διακυβέρνησης στη βάση της πλειοψηφίας. Και  πλευρές αυτής της αντίληψης είναι η απομόνωση των κύκλων και των αντιλήψεων που προκαλούν την αβεβαιότητα και την αστάθεια, στοιχεία που πάντα αποτελούσαν το έδαφος εκμετάλλευσης τους από  συντηρητικές δυνάμεις

Είναι άλλωστε, κοινός τόπος ότι το σύστημα διαπλοκής και επιχειρηματικοί κύκλοι τόσο με την ανοχή όσο και με τη σύμπραξη Κυβερνήσεων σχεδόν για τρεις δεκαετίες επέβαλαν να μην ανοίγει καμιά δημόσια συζήτηση στη χώρα για την πραγματική Οικονομία.

Προφανείς οι λόγοι και κυρίως να μην γίνεται αναφορά στο ετήσιο παραγόμενο πλούτο, στη διανομή του, στη φοροδιαφυγή και στη μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Αντίστοιχα, εξέτρεπαν τη συζήτηση στα δημοσιονομικά με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί διαχρονικά η πεποίθηση ότι τα δημοσιονομικά είναι το πρόβλημα της ελληνικής Οικονομίας. Οι εν λόγω κύκλοι του «δημοσιονομικού στρατοπέδου» είχαν και έχουν συμμάχους και στα Πανεπιστήμια και στα οικονομικά επιτελεία των περισσότερων κομμάτων, ως θιασώτες του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους και όχι της πραγματικής Οικονομίας και της ανάπτυξης της χώρας. 

Η Κυβέρνηση θα πρέπει να μεταβάλλει τη στρατηγική της και να στραφεί από τη δημοσιονομική καθήλωση στην αντιμετώπιση της διάλυσης της παραγωγικής βάσης της χώρας και στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Ήδη με την παράταση των διαπραγματεύσεων έχει επέλθει περαιτέρω βλάβη στην πραγματική οικονομία και στην κοινωνία.

Η στροφή αυτή θα αποτελέσει θετική εξέλιξη για τη χώρα. Με κυρίαρχες τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις στην Ε.Ε., από το περιεχόμενο της συμφωνίας θα κριθεί αν θα είναι αμοιβαία επωφελής ή θα αποτελεί μια ετεροβαρή συμφωνία με πολιτικές λιτότητας.

Οι πρόσφατες προτάσεις περί της εκχώρησης της συλλογής των εσόδων του κράτους σε μια Ανεξάρτητη Αρχή Φόρων και Τελών καθώς και ο διαρκής έλεγχος του προϋπολογισμού από ένα ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση, Δημοσιονομικό Συμβούλιο που θα έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε οριζόντιες περικοπές, είναι αντίθετες με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της δυνατότητας πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας. Όταν μια Κυβέρνηση της Ευρωζώνης παίρνει μέρος σε διαπραγματεύσεις είναι απαράδεκτο Υπουργοί της να καλούν την Καγκελάριο της Γερμανίας να αποφασίσει, καταλύοντας περαιτέρω αυτό για την ανάκτηση του οποίου αγωνιζόμαστε, της πολιτικής ισοτιμίας δηλαδή της χώρας.

Η παράταση των διαπραγματεύσεων στο συντηρητικό, δημοσιονομικό πεδίο ασφαλώς και αποτελεί μέθοδο κύκλων στην Ευρωζώνη αλλά ευθύνεται και η ελληνική Κυβέρνηση που έπρεπε να είχε καθαρίσει ήδη το τοπίο με μια μεταβατική συμφωνία καθότι η κρίση θα συνεχιστεί.

Η ανεργία και η οικονομική δυσπραγία εκτεταμένων στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία που εντείνεται και από την παράταση των διαπραγματεύσεων, δεν αποτελεί θετική εξέλιξη.

Τη δε αβεβαιότητα που διαπερνά την ελληνική κοινωνία επιδιώκουν να αξιοποιήσουν οι δυνάμεις της συντήρησης για τη δημιουργία μετωπικών σχημάτων προκαλώντας και το γέλωτα με όχημα τη δήθεν διακινδύνευση της προοπτικής και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. Είναι προφανές ότι θα είναι διαρκής ο αγώνας για την απομόνωση των δυνάμεων του μονόδρομου στις οποίες κυριαρχούν δίκτυα με επιδιώξεις αναχρονιστικές και ιδιοτελείς.

Το ευρωπαϊκό περιτύλιγμα αποτελεί το πρόσχημα προκειμένου να ανακάμψουν και να αποσιωπήσουν τις ευθύνες τους για τη διάλυση της χώρας. Μία από τις επιδιώξεις του ήταν και είναι η επιδίωξη της πόλωσης με συσπείρωση και αντί- συσπείρωση για να συσκοτίσουν την ουσία των καταστροφικών  πολιτικών του μνημονιακού μετώπου.

Μέλη της Κυβέρνησης δεν μπορεί να προβαίνουν σε απειλές και διλήμματα περί εκλογών και δημοψηφίσματος, η χώρα χρειάζεται μεταβατικές συμφωνίες στη βάση του συσχετισμού δυνάμεων όσον αφορά τη σχέση της χώρας με την Ε.Ε. αλλά και η χώρα χρειάζεται ένα μεταβατικό πρόγραμμα ανασύνταξης, τουλάχιστον διετίας.

Καμία πλευρά δεν έχει την παρούσα περίοδο επιδίωξη για ρήξη. Ούτε το Διευθυντήριο της Ευρωζώνης που ασκεί πολιτική κυριαρχίας και επιβολής όρων, ούτε και η Κυβέρνηση που επιδιώκει έναν συμβιβασμό. Κάθε άλλη συζήτηση επ’ αυτού, εξυπηρετεί συμφέροντα ή αφορά επιτήδειους.

Μια προοδευτική Κυβέρνηση που θέλει αλλαγές, χρειάζεται προϋποθέσεις και όχι αποτυχίες προκειμένου να οργανώσει επιμέρους και διαδοχικές ρήξεις απέναντι στη συντήρηση και να οδηγήσει τη χώρα στην παραγωγή, στην ανάπτυξη και στην εργασία. Και οι διατυπώσεις περί οριστικών λύσεων δεν ανταποκρίνονται στις παρούσες συνθήκες. Θα χρειαστούν μεταβατικές πολιτικές και μεταβατικές περίοδοι.

Οι θιασώτες των μετωπικών συγκρούσεων και ρήξεων καθώς και των οριστικών λύσεων ιστορικά έχουν ηττηθεί και στη χώρα μας και διεθνώς.

Η χώρα χρειάζεται μια σταθερά προοδευτική πολιτική που θα προωθεί αλλαγές και θα απομονώνει τη συντήρηση και τις καταστροφικές δυνάμεις του μονόδρομου, ένα σχέδιο επιμέρους και διαδοχικών ρήξεων, ένα σχέδιο για ανάπτυξη, εργασία και ανάκτηση δημοκρατικών, εισοδηματικών, εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Σε επίπεδο χώρας, η αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας των πολιτών, η ανάκτηση των απολεσθέντων δημοκρατικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και εισοδηματικών απωλειών της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών, απαιτεί μακροπρόθεσμη συλλογική προσπάθεια.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο επίσης, ανάκτηση της αυτονομίας της πολιτικής που θα απαλλάξει την ΕΕ από το ΔΝΤ και την νεοφιλελεύθερη επικυριαρχία και θα συμβάλλει στη θεσμοθέτηση ενός Ευρωπαϊκού νομισματικού μηχανισμού, αμοιβαιοποίησης του χρέους, εισαγωγής του θεσμού των ευρωομολόγων, μιας κοινής τραπεζικής αρχής και εγγύησης των καταθέσεων και μιας κοινά αποδεκτής δημοσιονομικής  πολιτικής με βάση τις πραγματικές δυνατότητες των χωρών-μελών της Ε.Ε. και με αντίστοιχες μεταβιβάσεις από τις πλεονασματικές χώρες στις ελλειμματικές, απαιτεί μακροπρόθεσμη συλλογική προσπάθεια των προοδευτικών δυνάμεων πανευρωπαϊκά.

Η διένεξη θα είναι διαρκής και μακροπρόθεσμη. Για να χτίσουμε μια προοδευτική Ε.Ε. χρειάζονται καταρχήν, προοδευτικές Κυβερνήσεις

Η χώρα και η πλειοψηφία του ελληνικού λαού βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο που χρειάζονται πρωτίστως, δημοκρατικές και προοδευτικές λύσεις και για μια ελπιδοφόρα πορεία.




Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Στέφανος Τζουμάκας για την Υπογραφή της Συμφωνίας & τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας

20 Φεβρουαρίου 2015

Μετά τη θέση μου στις 11 Φεβρουαρίου ότι θα υπογραφεί συμφωνία, επανερχόμαστε σήμερα ύστερα από την κακότεχνη και αφόρητη κινδυνολογία των κερδοσκόπων και των φιλικών ΜΜΕ για να επαναβεβαιώσουμε τη σωστή εκτίμηση μας ότι συμφωνία θα υπάρξει. Επίσης, μια κατ’ αρχήν προσέγγιση σχετικά με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Α. Όσον αφορά στη μεταβατική πρόταση της κυβέρνησης του Α. Τσίπρα στην Ευρωζώνη, ασφαλώς και έχουν σημασία πρώτον, ότι αποτελεί μεταβατική πολιτική και δεύτερον, ότι ορισμένες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις στην Ευρωζώνη, οχυρώνονται πίσω από το μανδύα των δανειστών γιατί θέλουν να διασωθούν πολιτικά και επέλεξαν τη γνωστή η πολιτική των τελεσιγράφων
Τα κρίσιμα θέματα που έθετε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά ήταν τρία:
1. Διαγραφή ενός μέρους του δημόσιου χρέους. Τώρα υποχωρεί και αποδέχεται μεταβατικά μια άλλη συζήτηση. Η κυβέρνηση εδραίωσε συμμαχίες –τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και διεθνώς- κατά της στρατηγικής της λιτότητας που εκπορεύεται από το Βερολίνο, με βλαπτικές συνέπειες τόσο για τη χώρα αλλά και για τη οικονομία της Ευρωζώνης καθώς και σε διεθνή κλίμακα.
Ωστόσο δεν απέκτησε συμμαχίες όσον αφορά στη διαγραφή ενός μέρους του χρέους ή αναδιάρθρωσής του. Η νέα συζήτηση ίσως περιλάβει την ελάφρυνση εξυπηρέτησης του χρέους ή την επιμήκυνση, πράγμα που θα συμπεριελάμβανε την ονομαστική μείωση της αξίας των τίτλων και αυτή η εξέλιξη θα αποτελούσε έμμεση διαγραφή.
2. Επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης που υπέγραψε η Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου το 2010, με βάση το αγγλικό δίκαιο. Από τη σύμβαση αυτή υποχρεώθηκε η χώρα να απολέσει την ισοτιμία της και να υποστεί ταπείνωση, δύο μνημόνια και ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, που διέλυσαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Τα εν λόγω πλαίσια αποτελούν την επιτομή της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού, που επέφεραν τη καταστροφή του 1/3 του εθνικού πλούτου, τα λουκέτα, τη φτωχοποίηση και τη διάλυση. Τώρα η κυβέρνηση Α.Τσίπρα ζητάει μεταβατικά τη παράταση της δανειακής σύμβασης - για έξη μήνες . προκειμένου να καταθέσει νέο πρόγραμμα.
3 Μη αναγνώριση του προγράμματος, δηλαδή των μνημονίων, ως παραγώγων της δανειακής σύμβασης. Τώρα πιέζεται με κρίση ρευστότητας μετά την 28 Φεβρουαρίου 2015- και ζητάει και τη παράταση και του προγράμματος μέχρι να υποβάλει νέο σχέδιο -συμβόλαιο με τους δανειστές. Λεόντειος θα είναι αυτή η μεταβατική συμφωνία μέχρι το οριστικό πρόγραμμα μετά το καλοκαίρι που και αυτό θα εντάσσεται στο Δημοσιονομικό πλαίσιο Σταθερότητας, ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής επιλογής της ηγεσίας του Συριζα. Αντί της χάραξης μιας στρατηγικής για την Οικονομία, ως κυρίαρχο και ως δευτερεύον το Δημοσιονομικό ζήτημα. Αντί για επενδύσεις προτάσσονται δημοσιονομικές λύσεις από μια ένωση νεοφιλελεύθερων και μονεταριστικών ηγεσιών που από το 2008 προτάσσουν τη δημοσιονομική ρευστότητα και το μονεταριστικό πακέτο του σκληρού νομίσματος.
Τα λέμε από το 2009. Τα ξέραμε από το πρώτο Δημοσιονομικό πρόγραμμα του Α. Παπανδρέου το 1985 που ο ίδιος αναγνώρισε ύστερα από ενάμιση χρόνο την αποτυχία του. Το ξέραμε από τον αγώνα που δώσαμε για να ανατρέψουμε το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα του Κ. Μητσοτάκη το 1990-1993. Το ξέραμε από την νέα δημοσιονομική πολιτική και απειλή για ένταξη στο ΔΝΤ-και πάλι επί Α. Παπανδρέου- το 1994.
Αντιταχθήκαμε στην επιλογή του 2009 για την επιβολή ως κυρίαρχου θέματος της δημοσιονομικής απαίτησης των αγορών για το ότι δήθεν το κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας ήταν το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα. Ενώ είναι βίωμα όλων μας ότι το κυρίαρχο πρόβλημα ήταν και είναι η διάλυση της παραγωγικής βάσης, η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή, η παρασιτική επέκταση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών καθώς και των υποδομών που οδηγούσαν σε σταθερή αιμορραγία τα Δημόσια οικονομικά της χώρας και αποτελεί το σύμπτωμα και όχι το αίτιο.
Η Κυβέρνηση Α. Τσίπρα προκειμένου να κερδίσει χρόνο προσχωρεί στη λογική της αντιμετώπισης των όρων της δημοσιονομικής σταθερότητας με μετάθεση της αντιμετώπισης θεμάτων της πραγματικής οικονομίας και της διάλυσης της χώρας Δηλαδή, η συζήτηση να αφορά πρωτίστως τα Δημόσια οικονομικά και όχι την πραγματική Οικονομία και το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Η προτεσταντική νεοφιλελεύθερη δεξιά με βασικό εκφραστή τον Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Β. Σόιμπλε, επέμενε να οξύνει την ένταση των σχέσεων με την Αθήνα, εμμένοντας στην αξιολόγηση και παράταση του υφιστάμενου προγράμματος σε μια γραμμή υπεράσπισης μιας αποτυχημένης πολιτικής που ήδη αμφισβητείται και εκλογικά στη Γερμανία τόσο από προοδευτικές δυνάμεις όσο και από την ανερχόμενη εκλογικά ακραία δεξιά. Μια ανοχή έναντι της Αθήνας σημαίνει έμμεση αναγνώριση της αποτυχίας και εκλογικές μετατοπίσεις σε βάρος της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας καθώς και υποχώρηση του γερμανικού imperium, της στρατηγικής της εδραίωσης της Γερμανικής Ευρώπης και της Φραγκφούρτης ως μιας Νέας Υόρκης, των χρηματιστηριακών συναλλαγών, της τραπεζικής ισχύος και άλλων μη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Για τη διαιώνιση της συγκέντρωσης πλεονασμάτων σε ορισμένες χώρες, για τη προσέλκυση και καταλήστευση καταθέσεων εκατομμυρίων πολιτών σε γερμανικές, γαλλικές και αγγλικές τράπεζες, με τη διαρκή κινδυνολογία περί εξόδου από το Ευρώ. Είναι χαρακτηριστική η κινδυνολογική στάση της Βρετανικής κυβέρνησης γιατί στο Λονδίνο αναπτύσσονται συναλλαγές των αγορών, του χρηματιστήριου, των οίκων αξιολόγησης, των κερδοσκόπων και των τοκογλύφων που αποφέρουν σημαντικά κονδύλια στη παρασιτική οικονομία και στην αύξηση του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Απειλή για το ευρώ και την Ευρωζώνη δεν αποτελεί ο Α. Τσίπρας και η Κυβέρνησή του. Απειλή αποτελεί η νεοφιλελεύθερη, μονεταριστική και αλαζονική πολιτική της κυβέρνησης του Βερολίνου και της ΕΚΤ, της ύφεσης, της ανεργίας και του αυταρχισμού.

Η Κυβέρνηση ζητάει δύο κύρια, τη νομισματική ρευστότητα και μεταβατική πολιτική συμφωνία τεσσάρων έως έξι μηνών. Ο Σόιμπλε τα χαρακτήρισε ως Δούρειο Ίππο! Δηλαδή, ως δόλια ενέργεια επιδεικνύοντας φτηνό καιροσκοπισμό, ενώ γνωρίζει ότι η κυβέρνηση Α. Τσίπρα ζήτησε την επέκταση της δανειακής σύμβασης που αποτελεί το κυρίαρχο θέμα. Είναι προφανές ότι θα κυριαρχήσουν τα θέματα της στρατηγικής έναντι των τακτικισμών Σόιμπλε. Η συμφωνία θα είναι πολιτική. Έχουν συμφέρον από συμφωνία. Ξέρουν ότι πρώτα από όλα, θα προκαλέσουν κρίση στη δική τους πολιτική. Η γερμανική ηγεσία έχει συμφέρον από την Ευρωζώνη. Η γερμανική ηγεσία έχει συμφέρον από το ευρώ. Η Γερμανική ηγεσία έχει συμφέρον να ενσωματώσει τη δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού απέναντι στην αλαζονεία και τον αυταρχισμό της γερμανικής στρατηγικής της λιτότητας. Η Γερμανική ηγεσία έχει συμφέρον από τη προώθηση της Γερμανικής Ευρώπης, επιλογή που έχει απέναντι τις ΗΠΑ-και για αυτό η υποστήριξη στη Κυβέρνηση Α.Τσίπρα- όπως και γιατί είναι αντίθετη στη στρατηγική της λιτότητας συνολικά στην Ευρωζώνη, καθότι βλάπτονται εμπορικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Ασφαλώς και θα έχει συνέπειες η μεταβατική συμφωνία. Και αποτελεί κρίσιμο θέμα να μην περιέχει στοιχεία ομηρείας για την ελληνική πλευρά. Ωστόσο τα σημαντικά θα αποτελούν τα μετά τη μεταβατική συμφωνία, για το για ποια συμφέροντα και ποιες πολιτικές θα περιλαμβάνει το πρόγραμμα που θα καταθέσει η Ελληνική Κυβέρνηση που ένα σημαντικό μέρος θα επιδιώξει να ενταχθεί στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας, που αποτελεί συνθήκη της ΕΕ. με ελέγχους.
Το πρώτο θέμα αφορά αν θα αποσπάσει κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για δημόσιες επενδύσεις, για αύξηση του ΑΕΠ, για παραγωγή προϊόντων, για θέσεις εργασίας. Δεύτερο θέμα αποτελεί η ρύθμιση του χρέους, η κλίμακα του πρωτογενούς πλεονάσματος καθώς και κάθε δημοσιονομικό μέτρο.

Β. Για τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Η Κυβέρνηση του Α. Τσίπρα επέλεξε για Πρόεδρο ένα πολιτικό της «Καραμανλική» κεντροδεξιάς παράδοσης, μιας και αποφάσισε να είναι ο Πρόεδρος από την «άλλη πλευρά». Αυτή η επιλογή θα έχει στρατηγικές επιπτώσεις και αφορά ή στην ενσωμάτωση του προοδευτικού κινήματος ή στη συναίνεση της δεξιάς.

Ασφαλώς και υπήρχαν και άλλες στρατηγικές για προοδευτικό Πρόεδρο -αυτή ήταν και η δική μου θέση, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αισθανόταν πολιτικά δυνατός για μια ανάλογη επιλογή. Ήθελε πρόσωπο που να εκφράζει δυνάμεις της Κεντροδεξιάς.

Άλλωστε και το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν περιοριστικό για μια δυνατή επιλογή. Σχεδόν το 65% του εκλογικού σώματος είναι σε άλλες παρατάξεις και συμφέροντα. Προχώρησε σε μια επιλογή της αντίθετης πλευράς. Η επίθεση που δέχθηκε η επιλογή Π. Παυλόπουλου δεν ήταν πολιτική με βάση τη πορεία της χώρας την επόμενη πενταετία, αλλά οιμωγές των ηττημένων, πρώτα από τα νεοφιλελεύθερα και νέο-δεξιά απομεινάρια όλων των αποχρώσεων της δεξιάς Σοσιαλδημοκρατίας και τμημάτων της διαπλοκής που ήθελαν τον «αργοπορημένο» υποστηρικτή του εκσυγχρονισμού Ν. Αλιβιζάτο. Σύμπασα βέβαια η ακολουθία της διαπλοκής ήθελε τον εκλεκτό της Δ. Αβραμόπουλο. Μόνιμη επωδό διαφωνίας αποτέλεσε και θα αποτελεί η ακροδεξιά.

Ο Π. Παυλόπουλος είναι αξιοπρεπής δεξιός πολιτικός. Δεν ήταν προοδευτική επιλογή ο Π. Παυλόπουλος αλλά αυτή η κριτική αφορά τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις σε σχέση με συγκρούσεις κατά του συστήματος και τις απολήξεις του και όχι τους πάσης φύσεως δεξιούς ιεροψάλτες των δυνάμεων του συστήματος, του πρώην ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, τη διαπλοκή και κάθε κουτοπόνηρο αντι-δεξιό μεν, αλλά χωμένο στο νεοφιλελευθερισμό και στο σύστημα δε.
Από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και από τις δημόσιες παρεμβάσεις του, θα κριθεί ο νέος Πρόεδρος.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Εκτιμήσεις, αξιολογήσεις και θέσεις με βάση το δίκιο αλλά και τα συμφέροντα της χώρας.

10 Φεβρουαρίου 2015
Α) Για το πρώτο δεκαήμερο της Κυβέρνησης Α.Τσίπρα
1. Η έναρξη των διαπραγματεύσεων και η πολιτική ισοτιμία της χώρας.
Στις 28 Ιανουαρίου είχα τονίσει ότι η διαπραγμάτευση είχε αρχίσει μετά το πρώτο εκβιασμό των κερδοσκόπων, με τη πρώτη βουτιά στο χρηματιστήριο Αθηνών. Έκτοτε συνεχίζεται καθόλη τη διάρκεια των δέκα ημερών και της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων τόσο από τις δημόσιες πρωτοβουλίες του Πρωθυπουργού, όσο και του Υπουργού των Εξωτερικών και κυρίως του Υπουργού Οικονομικών ενώ προκύπτουν τα ακόλουθα, σχετικά με τη νέα Κυβέρνηση:
Ότι έθεσε ως προϋπόθεση για κάθε συζήτηση την επανάκτηση και της πολιτικής ισοτιμίας της χώρας που είχε καταλυθεί από τις Κυβερνήσεις των μνημονίων. Ο φίλος Νίκος Κοτζιάς, ετέθη στο στόχαστρο τόσο ευνόητων συμφερόντων όσο και ανόητων, ως προς τι σημαίνει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και ότι αυτό το πεδίο δεν είναι προνόμιο μόνο ορισμένων δυνάμεων. Με τη συμβολή του, η κοινή ανακοίνωση των Υπουργών Εξωτερικών για τη εμπόλεμη κατάσταση στην Ουκρανία δεν περιλαμβάνει τη δήθεν διαβούλευση και απόφαση των 28 ηγετών, δεν περιλαμβάνει τρίτο γύρο κυρώσεων παρά μόνο παράταση των ήδη υφιστάμενων έως το Φθινόπωρο, δεν περιλαμβάνει κυρώσεις για Ρώσους πολίτες παρά μόνο για πολίτες των υπό απόσχιση περιοχών, συμπεριλαμβάνει δε και πρόνοιες για τις μειονότητες.
Το σημαντικότερο ήταν η παρέμβαση της ελληνικής πλευράς:
α) Για την αποτροπή σχεδίων του νέο-μακαρθισμού των ΗΠΑ που αφορούν την απομόνωση της Ρωσίας σε μια λογική ενός νέου ψυχρού πολέμου και
β) Για νέες πρωτοβουλίες με την σύμπραξη του ΟΗΕ, της ΕΕ και του ΟΑΣΕ για αποφάσεις και μέτρα που θα συμβάλλουν σε μια πανευρωπαϊκή ασφάλεια. Η κρίση εξετάστηκε σε κοινή συνάντηση Β. Πούτιν, Α. Μέρκελ, Φ. Ολάντ στη Μόσχα. Οι διαφορές οδήγησαν μέχρι και στη μη έκδοση κοινού ανακοινωθέντος. Κα η υπόθεση θα επανέλθει σήμερα ως κύριο θέμα στην Ουάσιγκτον ανάμεσα στον Μπ. Ομπάμα και την Α. Μέρκελ.
2. Η επίσκεψη Σούλτς στην Αθήνα περιείχε και στοιχεία τόσο δημοσιοποίησης υποδείξεων στο Πρωθυπουργό όσο και απαράδεκτης επέμβασης στο πως και με ποιες συμμαχίες συγκροτείται μια Κυβέρνηση χώρας της Ε.Ε. Δεν ξέχασε ότι είναι δεξιός σοσιαλδημοκράτης και ήθελε το Ποτάμι, ένα προσωποπαγές κόμμα, γνωστό απολογητή των εγχώριων και όχι μόνο συμφερόντων. Ωστόσο, ως παλιός καλός βιβλιοπώλης και παλιά δήμαρχος μιας κωμόπολης έξω από το Άαχεν, δεν έχει ενστερνιστεί ακόμα τι σημαίνει μια κυρίαρχη χώρα.
3. Η Ευρώπη είχε ηγέτες όπως ο Ντεγκώλ, ο Αντενάουερ, ο Μιτεράν, ο Μπράντ. Θα ήταν αδιανόητο να τους βλέπαμε σε ένα μπιστρό ένα βράδυ στο Στρασβούργο προκειμένου να συζητήσουν για το πώς θα αντιμετωπίσουν τη νέα Κυβέρνηση της Ελλάδας, όπως έπραξαν πρόσφατα οι Μέρκελ και ο Ολάντ. Κατάπτωση ηγετών, παρακμή της πολιτικής, έναντι των κερδοσκόπων και των χρηματοπιστωτικών κύκλων καθώς και μιας επιχειρηματικής τάξης που πρόσκαιρα πλουτίζει πάνω σε μια ζώνη, με μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση. Να θυμηθούμε τι υποστήριζαν όταν επέβαλαν εκβιασμό στη χώρα γιατί βρήκαν εκβιαζόμενους. Τι έλεγαν: Να απομονώσουμε την Ελλάδα για να μη μεταδοθεί η κρίση στην Ευρωζώνη. Τώρα προέχει το πώς θα διασωθούν πολιτικά, από μια γενίκευση της δυσαρέσκειας εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών για μια ήδη αποτυχημένη πολιτική μέσω μεθοδεύσεων και εκβιασμών. Τώρα επιδιώκουν να απομονώσουν απροσχημάτιστα- για πολιτικούς λόγους- την ελληνική Κυβέρνηση. Η ισπανική και η πορτογαλική ηγεσία θυμίζουν τις Ελληνικές μνημονιακές ηγεσίες.

Β) Οι συμμαχίες στα δύο κεντρικά ζητήματα, το χρέος και τη στρατηγική της λιτότητας και τη σκοπίμως διογκούμενη κρίση χρέους.
1. Η κυβέρνηση εδραίωσε συμμαχίες –τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και διεθνώς- κατά της στρατηγικής της λιτότητας που εκπορεύεται από το Βερολίνο, με βλαπτικές συνέπειες τόσο για τη χώρα αλλά και για τη οικονομία της Ευρωζώνης καθώς και σε διεθνή κλίμακα.
2. Ωστόσο δεν απέκτησε συμμαχίες όσον αφορά στη διαγραφή ενός μέρους του χρέους ή αναδιάρθρωσής του. Και τίθεται θέμα να κατέλθει σε άλλη βάση, όπως ελάφρυνση εξυπηρέτησης του χρέους, επιμήκυνση -που θα συμπεριελάμβανε την ονομαστική μείωση της αξίας των τίτλων και αυτή η εξέλιξη θα αποτελούσε έμμεση διαγραφή- ανταλλαγή ομολόγων με ρήτρα ανάπτυξης κ.ο.κ. και υπό προϋποθέσεις. .
3.Η ΕΚΤ εγκαταλείποντας το προσωπείο της δήθεν ανεξάρτητης τράπεζας και επιδεικνύοντας πρωτοφανή κακή πίστη έναντι μιας κυρίαρχης χώρας, με κοινή νομισματική πολιτική, ως χώρα της Ευρωζώνης, ανακοίνωσε ότι παύει να δέχεται ως επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα με βάση τα οποία οι ελληνικές τράπεζες συμμετέχουν στη κοινή τραπεζική πολιτική, ενεργοποιώντας το μηχανισμό ELA. Και με το πρόσχημα της επείγουσας δράσης όλων των εμπλεκόμενων για αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος! Και όλα αυτά ο Ντράγκι, ο οποίος πριν δύο εβδομάδες ανακοίνωσε την διάθεση ενός τρισεκατομμυρίου και διακοσίων δις ευρώ! Πολιτική και χρήμα κατά το δοκούν! Μιλάμε για σκόπιμες πρακτικές παραγόντων, προκειμένου να ασκήσουν πίεση στην Ελληνική κυβέρνηση, εν όψει της Συνόδου Κορυφής στην οποία ορισμένοι εκπρόσωποι όπως του Βερολίνου και χωρών που συνηγορούν με τη πλευρά του Βερολίνου και επιμένουν σε παράταση του υφιστάμενου προγράμματος και αξιολόγηση και σε μια νέου τύπου τρόικα καθώς και στη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων. Άλλωστε τι νεοφιλελεύθεροι θα ήταν ...
4.Η ΕΕ και η ΕΚΤ επιβάλλοντας μνημόνια και τρόικα παραβιάζει συστηματικά ευρωπαϊκές συνθήκες και είναι προφανές ότι δεν μπορεί να προχωρήσει μία Ένωση μόνο ως νομισματική ένωση, αυθαιρεσιών, εκβιασμών μέχρι και διακοπής ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος των Κρατών -Μελών. Δεν μπορεί να έχει το δικαίωμα η ΕΚΤ να χρηματοδοτεί ή όχι τράπεζες και να μην χρηματοδοτεί τα Κράτη-Μέλη, όπως ισχύει και στις ΗΠΑ. Χρειάζεται να αναθεωρηθούν συνθήκες, να περαιωθεί ή τραπεζική ένωση, να προωθηθεί η δημοσιονομική ένωση, η οικονομική ένωση, η φορολογική ένωση, η εργασιακή ένωση. Η προώθηση της αλληλεγγύης και της συνοχής με συνθήκη που θα προβλέπει τις αυτόματες μεταβιβάσεις από τις πλεονασματικές χώρες προς τις ελλειμματικές, όπως στις ΗΠΑ, η κοινή εξωτερική πολιτική, η δημοκρατικά εκλεγμένη ηγεσία από όλους τους λαούς της ΕΕ. Είμαστε σε περίοδο πολιτικού και οικονομικού πρωτογονισμού, αν και έχουν παρέλθει 57 έτη από την Ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης.

Γ) Το δεύτερο δεκαήμερο της Κυβέρνησης: Θα κριθεί ή όχι η συνεννόηση και η αποφυγή μονομερών ενεργειών της Ελλάδας και των εταίρων, εν όψει και της Συνόδου Κορυφής, άλλα και των Συνόδων του Eurogroup μέχρι 16 Φεβρουαρίου.
Το θέμα έχει τεθεί από την ελληνική Κυβέρνηση: Μορατόριουμ και μεταβατική συμφωνία μέχρι το καλοκαίρι ή πολιτική ισχύος και νέα κρίση;
1. Οι προγραμματικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού περιελάμβαναν το πολιτικό πλαίσιο της μη συνέχισης των μνημονίων, της μη αποδοχής της τρόικας και της μη υποβολής αιτήματος παράτασης καθώς και το σύνολο του προεκλογικού προγράμματος για τη δημοσιονομική πολιτική, για δημόσιες επενδύσεις, για την εισοδηματική πολιτική, για τις εργασιακές σχέσεις, για την επισήμανση άλλο αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας άλλο εκποίηση καθώς και για την επισήμανση περί αναδιάρθρωσης του χρέους αντί της απαίτησης διαγραφής ενός μέρους – ύστερα και από τη έλλειψη συμμαχιών σε επίπεδο κορυφής, για τη διαπλοκή της εγχώριας άρχουσας τάξης, για κανόνες στα ΜΜΕ, για τη παιδεία και τη κοινωνική πολιτική για τη κυριαρχία της χώρας με βάση το Σύνταγμα.
2. Η μνημονιακή αντιπολίτευση: έθεσε προϋποθέσεις στήριξης της διαπραγμάτευσης όπως:
- ναι στο αίτημα του Βερολίνου για παράταση του ήδη μνημονιακού προγράμματος
-όχι στη διαγραφή χρέους, ναι στη διευθέτηση χρέους
–ναι στη διαφοροποίηση Βαρουφάκη - και στη βουλή στις 9 Φλεβάρη - για την εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων του 70% των μνημονιακών επιταγών
- ναι στη αποκλιμάκωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, ναι σε νέες πολιτικές της Κυβέρνησης για φοροδιαφυγή κο.κ.
3. Η συνάντηση Ομπάμα – Μέρκελ έχει εκτεταμένη ατζέντα. ΟΙ ΗΠΑ έχουν μεγαλύτερης κλίμακας επιδιώξεις, όπως :
α). να υπογραφεί εντός του 2015 η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ που θα ωφελεί τις πολυεθνικές για τη διακίνηση αδασμολόγητων προϊόντων και θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία διεθνώς καθώς και ανταγωνιστική προς τις αναδυόμενες οικονομίες. Ήδη η ΕΕ υπέγραψε ανάλογη συμφωνία με το Καναδά. Και είναι γνωστές οι αντιρρήσεις πολιτικών δυνάμεων και στο Ευρωκοινοβούλιο και σε εθνικά Κοινοβούλια και σε Κυβερνήσεις.
β). Να εξοπλισθεί η Ουκρανία και επίσημα από το ΝΑΤΟ – καθότι ανεπίσημα ήδη εξοπλίζεται από ορισμένες χώρες του ΝΑΤΟ- η εν λόγω επιλογή συντελεί και στην αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής τόσο της Γερμανίας, όσο και της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, με τη αύξηση παραγωγής πολεμικού υλικού. Ήδη, η Μέρκελ προ μηνών είχε τονίσει την ανάγκη αύξησης του εξοπλισμού των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Ωστόσο, για τις ΗΠΑ είναι ζωτικής σημασίας η οικονομική ανάκαμψη, με την ένταση παραγωγής πολεμικού υλικού από τις εταιρίες του στρατιωτικού και βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ που προώθησε ήδη και την αύξηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων στο ΝΑΤΟ, αλλά και το εμπόριο όπλων σε πολλές Κυβερνήσεις χωρών που προωθούν ένοπλες συγκρούσεις. Ο κίνδυνος για ένα διαρκή ανορθόδοξο πόλεμο στην ανατολική Ευρώπη μπορεί να αποσταθεροποιήσει όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, ύστερα από 70 και πλέον χρόνια ειρήνης. Να σημειώσουμε εδώ ότι η επίσκεψη του έλληνα Πρωθυπουργού στη Κύπρο, πέραν από τη θετική στάση του προέδρου Αναστασιάδη για τα κοινή και αμοιβαία στάση των δύο χωρών στα όργανα της Ευρωζώνης, ανέδειξε για μια ακόμη φορά και τη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε αυτή τη κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, η Τουρκία έχει σύμμαχο τις ΗΠΑ, οι οποίες επιδιώκουν ενδυνάμωση των σχέσεων με τη Τουρκική ηγεσία λόγω της στάσης τόσο στην κρίση στη Συρία και το Ιράν όσο και την επαμφοτερίζουσα πρακτική της στη διευκόλυνση δικτύων της τζιχάντ.
γ). Να συντονίσουν κοινές επιδιώξεις εν όψει της προσεχούς συνόδου της ομάδας των 20 πιο αναπτυγμένων χωρών στη Κωνσταντινούπολη, για την αντιμετώπιση της κάμψης της οικονομίας σε παγκόσμια κλίμακα, για τη κρίση στην Ουκρανία, για τη κοινή στάση των δυτικών χωρών σε βάρος των χωρών των αναδυόμενων οικονομιών μέσω των όρων του εμπορίου, των συναλλαγματικών συναλλαγών εκτός δολαρίου και ευρώ, της μεθοδευμένης πτώσης των τιμών του πετρελαίου, για τις σχέσεις Δύσης –Ρωσίας, για τη στρατηγική της λιτότητας στην Ευρωζώνη και το ελληνικό ζήτημα. Η μεγάλη εικόνα αφορά σε θέματα διεθνούς ισχύος και ανταγωνισμού και η πλευρά του «Διευθυντηρίου» της Ευρωζώνης δεν έχει στρατηγικό συμφέρον μιας περαιτέρω έντασης της κρίσης στην Ευρωζώνη με αφορμή το ελληνικό ζήτημα. Η υπερ-προβολή της κρίσης χρέους που αποτελεί ένα επί μέρους ζήτημα, εξυπηρετεί τη διεθνή, την ευρωπαϊκή και την ελληνική κλεπτο-κρατία. Η κρίση είναι δομική και θα συνεχισθεί με τη νεοφιλελεύθερη εμμονή της ευρωπαϊκής δεξιάς με ύφεση, από-επένδυση, αποπληθωρισμό και ανεργία.
4. Με βάση τη κυβερνητική θέση τρόικα τέλος, μνημόνιο τέλος, η Κυβέρνηση προέβαλε βραχυπρόθεσμο σχέδιο –συμφωνία γέφυρα - που θα περιλαμβάνει τη δυνατότητα να εκδώσει έντοκα γραμμάτια του δημοσίου πλέον των 15 δις που θα αγοράσουν οι ελληνικές τράπεζες με την εγγύηση της ΕΚΤ, θέτοντας τέρμα στη συζήτηση για αξιολόγηση και παράταση του υφιστάμενου προγράμματος. Το εν λόγω μεταβατικό σχέδιο προτείνεται ως μορατόριουμ, μια πάγια πρακτική στις διεθνείς σχέσεις κατά την οποία καμία πλευρά δεν θα πράττει μονομερώς, μέχρι μια οριστική νέα συμφωνία τον Ιούνιο, που θα περιλαμβάνει –στα πλαίσια του δημοσιονομικού συμφώνου σταθερότητας - δημοσιονομικά μέτρα, αντιμετώπιση του ασφαλιστικού καθώς και μεταρρυθμίσεις και μέτρα κατά της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς, αλλαγές στη δημόσια διοίκηση καθώς και μια νέα θεώρηση λύσεων για ένα χρέος που δεν είναι βιώσιμο. Θεωρώ ότι η συστηματική προβολή- από τον Υπουργό των Οικονομικών- του πακέτου των δημόσιων οικονομικών, ως το καθοριστικό ζήτημα στις διαπραγματεύσεις, δηλαδή το χρέος, το πλεόνασμα και ο αποπληθωρισμός μεταθέτει το πραγματικό πρόβλημα της χώρας που είναι η επείγουσα ανάγκη για δημόσιες επενδύσεις, η ανάταξη της διαλυμένης παραγωγικής βάσης και η αύξηση του ΑΕΠ καθότι η χώρα υπέστη πρωτοφανή μείωση του εθνικού πλούτου, λουκέτα, ανεργία και φτώχεια. Και δεν χρειάζεται η χώρα την εργαλειοθήκη των νεοφιλελεύθερων πακέτων του ΟΟΣΑ που ήδη προσκάλεσε ο Υπουργός των Οικονομικών για σύμβουλο στην Αθήνα. Το διευθυντήριο προτιμά στα πλαίσια του μονεταριστικού της πλαισίου μια δημοσιονομική συμφωνία και όχι μια υποστήριξη στη πραγματική οικονομία της χώρας. Η κρίση χρέους αποτελούσε και αποτελεί τη μικρή εικόνα και το πρόσχημα για μεγάλη ανακατανομή πλούτου ανάμεσα σε χώρες της ΕΕ, σε τράπεζες, σε επιχειρήσεις και σε ολιγαρχικά συμφέροντα.
Σημείωση: Είναι ιδεολογικά και πολιτικά απαράδεκτη και καιροσκοπική στάση του πολυπράγμονα υπουργού Γ.Βαρουφάκη που έξω από αρχές επιχειρεί να ξεπλύνει το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο της μνημονιακής βαρβαρότητας με το πρόσχημα παραχωρήσεων, προκειμένου να κλείσει η διαπραγμάτευση με τη πολιτική ηγεσία των δανειστών. Για αυτό επιδίδεται στο έργο του τιμαριούχου των μνημονίων, τεμαχίζοντας τα σε επί μέρους, κατά το δοκούν και ανάλογα με τους συνομιλητές του, όπως κάνουν όλοι οι απανταχού οπορτουνιστές. Τα περί 70% των μνημονίων ότι αποτελούσαν ωφέλεια για τη χώρα μόνο ένας τιποτόφρων μπορούσε να τα πει ή ένας κεντροδεξιός πολιτικός που επεδίωκε μέσω των μνημονιακών ρυθμίσεων τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που τις ονόμαζαν ..μεταρρυθμίσεις.. Ο Γ.Βαρουφάκης δεν ασχολήθηκε διαχρονικά:
α)Με θέματα ιδεολογικών αρχών και β)Με την οικονομία.
Τα θέματα της ατζέντας του ήταν και είναι τα δημόσια οικονομικά, τα χρηματιστηριακά, τα χρηματο-πιστωτικά. Δηλαδή το μονεταριστικό πακέτο .Αυτό που αποτελεί την ατζέντα του Ντράγκι, του Σόιμπλε και λοιπών στα παίγνια του κύκλου: έλλειμμα, χρέος, πληθωρισμός, αποπληθωρισμός, χρηματο-οικονομικά ,επιτόκια, ανταλλαγή ομολόγων, τη διαπραγμάτευση επ αυτών κλπ.
Καμία σχέση με τα πραγματικά αίτια της κρίσης,, με τη ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και τα συνεπακόλουθα της.
Η εγκατάλειψη ή ο εκφυλισμός της αντι-νεοφιλελεύθερης στρατηγικής των προοδευτικών δυνάμεων δεν αφορά μόνο στο Γ. Βαρουφάκη .Ο Α. Τσίπρας, ο Γ.Δραγασάκης οφείλουν να τοποθετηθούν άμεσα . Πρόσωπα πολλά έχουν παρέλθει στην ιστορική αναμέτρηση των προοδευτικών δυνάμεων με τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα από την εποχή της Θάτσερ και του Ρήγκαν . Οι προοδευτικές δυνάμεις θα συνεχίσουν . . Έντιμη ήταν η στάση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Λαπαβίτσα που διαχώρισε τη θέση του και έχει δίκιο όχι γιατί ο Βαρουφάκης είναι εκτός γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο ισχυρισμός έχει σχετική αξία .Το καθοριστικό είναι πως τα μνημόνια :
α)Είναι αποτέλεσμα της σύμβασης με όρους αγγλικού δικαίου που κατέλυσαν την ισοτιμία της χώρας από τη κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου .
β) Και το επόμενο μνημόνιο που ακολούθησε από τον Α. Σαμαρά και Β. Βενιζέλο μαζί με το μεσοπρόθεσμο, αποτελούν την επιτομή της ακροδεξιάς ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού, που επέφεραν τη καταστροφή του 1/3 του εθνικού πλούτου, τα λουκέτα, τη φτωχοποίηση και τη διάλυση.
Δ) Επίλογος: Το μνημονιακό πλαίσιο αποτελεί παρελθόν Η πλευρά της Ευρωζώνης επιμένει να οξύνει την ένταση των σχέσεων με την Αθήνα, για να μη προβεί σε περαιτέρω παραχωρήσεις που θα οδηγούσαν σε υποχώρηση του γερμανικού ιμπέριουμ, της στρατηγικής της εδραίωσης της Γερμανικής Ευρώπης και της Φραγκφούρτης ως μιας Νέας Υόρκης, των χρηματιστηριακών συναλλαγών, της τραπεζικής ισχύος και άλλων μη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Για τη διαιώνιση της συγκέντρωσης πλεονασμάτων σε ορισμένες χώρες, για τη προσέλκυση και καταλήστευση καταθέσεων εκατομμυρίων πολιτών σε γερμανικές, γαλλικές και αγγλικές τράπεζες, με τη διαρκή κινδυνολογία περί εξόδου από το Ευρώ. Είναι χαρακτηριστική η κινδυνολογική στάση της Βρετανικής κυβέρνησης γιατί στο Λονδίνο αναπτύσσονται συναλλαγές των αγορών, του χρηματιστήριου, των οίκων αξιολόγησης, των κερδοσκόπων και των τοκογλύφων που αποφέρουν σημαντικά κονδύλια στη παρασιτική οικονομία και στην αύξηση του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου. Απειλή για το ευρώ και την Ευρωζώνη δεν αποτελεί ο Α. Τσίπρας και η Κυβέρνησή του. Απειλή αποτελεί η νεοφιλελεύθερη, μονεταριστική και αλαζονική πολιτική της κυβέρνησης του Βερολίνου και της ΕΚΤ, της ύφεσης, της ανεργίας και του αυταρχισμού.
Η Κυβέρνηση ζητάει μορατόριουμ, χρόνο και γραμμάτια του δημοσίου. Όλοι οι παροικούντες στα της Ευρωζώνης θεωρούν βέβαιη μια συμφωνία γέφυρα μέχρι να κατατεθεί το ελληνικό πρόγραμμα τόσο από την Ευρωομάδα όσο και στο Συμβούλιο Κορυφής και η συμφωνία θα είναι πολιτική, παρόλες τις μέχρι τώρα οικονομικές απειλές.
Τα σημαντικά θα αποτελούν τα μετά τη μεταβατική συμφωνία για το για ποια συμφέροντα και ποιες πολιτικές θα περιλαμβάνει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που θα καταθέσει η Ελληνική Κυβέρνηση μέχρι το καλοκαίρι που θα επιδιώξει να ενταχθεί στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας, που αποτελεί συνθήκη της ΕΕ.
Το πρώτο θέμα αφορά αν θα αποσπάσει κονδύλια από την ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων για δημόσιες επενδύσεις, για αύξηση του ΑΕΠ, για παραγωγή προϊόντων, για θέσεις εργασίας. Δεύτερο θέμα αποτελεί η ρύθμιση του χρέους και η κλίμακα του πρωτογενούς πλεονάσματος.
Οι εταίροι μας θέλουν μια λεόντεια συμφωνία σε βάρος της χώρας και πρώτα προέταξαν τα της μεταβατικής περιόδου ως το άπαν, με εκβιασμούς παροχής ή όχι ρευστότητας σε τράπεζες της Ευρωζώνης. Προέταξαν την δημοσιονομική πλευρά της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι της πολιτικής. Δεν έχουν συμφέρον να προκαλέσουν ανυπαρξία συμφωνίας. Έχουν συμφέρον από συμφωνία. Ξέρουν ότι πρώτα από όλα, θα προκαλέσουν κρίση στη δική τους πολιτική. Πολιτική θα είναι η εξέλιξη.
Η λαϊκή κυριαρχία, η δημοκρατία, δίδει δύναμη στους λαούς- και στον ελληνικό λαό αυτή τη περίοδο, καθώς και στη προοδευτική εξέλιξη. Με ενότητα γύρω από προοδευτικές επιλογές και στόχους ήδη έχει ξεκινήσει μια σημαντική προσπάθεια για τον ελληνικό λαό, για την Ελλάδα, για την Ευρωζώνη.